Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Η κάλτσα



(του Γεώργιου george giz (geogiz.giz@gmail.com)

Ένα ζευγάρι ( και άλλο ένα )

Υπάρχουν μερικά πραγματικά άσχημα, επικίνδυνα και ανθυγιεινά επαγγέλματα. Ένα από αυτά είναι σίγουρα και αυτό της κάλτσας. Όχι τόσο αυτών των ακριβών ζευγαριών, αλλά περισσότερων των άλλων. Των φτηνών, όπως αυτές που συναντάμε στις λαϊκές αγορές.

Είναι κάποια πράγματα όμως που μπορεί να τύχουν και στις δύο αυτές κατηγορίες. Η μοίρα τους έχει κάποια κοινά. Η αναγκαστική συνεργασία που πρέπει να έχουν με τα ταίρια τους, κατά πρώτον. Η αγωνία που νοιώθουν για τον άγνωστο χαρακτήρα του συνεργάτη τους, του συντρόφου τους, μέχρι να τις ενώσει ένα κομμάτι χαρτί στο εργοστάσιο κατασκευής τους και να οδηγηθούν στο σημείο της πώλησης τους. Η συνεργασία τους θα είναι παντοτινή εκτός και αν δεν γνωριστούν παρά για λίγο μόνο. Όπως όταν τις έχει αγοράσει κάποιος κουτσός. Ή αν μετά το πρώτο πλύσιμο, κάποια αδέξια νοικοκυρά χάσει ή μπερδέψει τον συνεργάτη τους, πράγμα που τις ξαναβάζει στην αγωνιώδη περιπέτεια της εξοικείωσης με κάποιο νέο ταίρι.

Μοιράζονται, επίσης και τον φόβο του αγνώστου. Του αγνώστου παπουτσιού. Του αγνώστου ποδιού, απορρυπαντικού ( αν είναι χαϊδεμένες από την μοίρα τους ) και του μπουγαδόσχοινου. Ειδικά του τελευταίου. Τι θέα άραγε να απολαμβάνουν τις λίγες και μοναδικές στιγμές που δεν θα είναι κλεισμένες σε ένα συρτάρι, σε ένα πλυντήριο, σε ένα πόδι.

Μία παλιά καλτσική παροιμία αναφέρει : « Καλύτερα σε σκάφος, να βλέπεις κυματάκια παρά στης πόλης τα στενά να βλέπεις κιλοτάκια ».

Κατά τα άλλα οι ζωές του είναι ολότελα διαφορετικές. Με κάποιες, φυσικά εξαιρέσεις.

Το φτηνό αυτό ζευγάρι κάλτσας την είχε ζήσει την ζωή του. Αν και δεν γνώρισε παραπάνω από ένα ζευγάρι παπούτσια, είχε μία περίεργη τύχη που το είχε φέρει σε μοναδικές επαφές με άλλες, κάλτσες. Κάλτσες γυναικείες, πεντακάθαρες και καθόλου πολυδουλεμένες. Που δεν μύριζαν ανθρωπίλα και δεν είχαν ανάγκη να δημιουργήσουν κάποια τρύπα για να ανασάνουν καλύτερα.

Ένα βράδυ όμως, ένα περίεργο βράδυ, σε ένα ξένο σπίτι, που πάτησε με όλη του την άπλα ένα καλογυαλισμένο παρκέ, που φωτιζόταν από το φως μερικών κεριών, θα άλλαζε η μονόχνοτη ζωή του. Είδε από μακριά ένα ζευγάρι γυναικεία πόδια, αλλά δεν φόραγαν κάλτσες. Φόραγαν κάτι άγνωστο που απλά, θαρρείς, χάιδευε τα πόδια, τα αγκάλιαζε και τα φίλαγε αφήνοντας πάνω τους μια πούδρα πιο ελαφριά από την σκόνη που αφήνουν τα φτερά της πεταλούδας. Ένα υπέροχο γαλλικό άρωμα. Ήταν ένα ακριβό ζευγάρι καλσόν…

Ο ιδιοκτήτης του φτηνού ζευγαριού ντράπηκε, αλλά λιγότερο από ότι ντράπηκε το ίδιο το ζευγάρι, και τις λίγες στιγμές που το καλσόν πήγε σε ένα άλλο δωμάτιο έβγαλε τις κάλτσες του, βιαστικά, τις έκανε ένα, βάζοντας την μία μέσα στην άλλη, άνοιξε το παράθυρο και χωρίς να τις ευχαριστήσει για την εκπλήρωση του γεμάτου κινδύνους, καθήκοντος τους, τις πέταξε με τρόπο αεριωθούμενο κάτω από το μπαλκόνι. Κάποια λουλούδια αντάλλαξαν κάποιες φιλοσοφικές κουβέντες, και παρέμειναν να αγναντεύουν τα άστρα, μέσα από τις γλάστρες τους.

Το ανδρικό ζευγάρι των ποδιών τα έχασαν. Στεναχωρήθηκαν λίγο, όχι γιατί οι φτηνές κάλτσες θα έμεναν άνεργες, αλλά επειδή κρύωναν. Τότε, με μία ταχυδακτυλουργικά αστραπιαία κίνηση το χέρι του προσωρινά άκαλτσου, άνοιξε ένα συρτάρι και βούτηξε ένα ολοκάθαρο ζευγάρι. Ένα μαύρο, περήφανο και δυναμικό ζευγάρι που αν μπορούσε θα διαμαρτυρόταν εντονότατα για αυτή την νέα του αποστολή, κατωτέρας, φυσικά, των δυνατοτήτων του. Αλλά δεν είπε τίποτα. Παρέμεινε για λίγο μέσα σε αυτή την νέα του θέση και δεν έβλεπε τι θα μπορούσε να το βγάλει από αυτή την άβολη κατάσταση. Το έβγαλε όμως ο ίδιος ο νέος ιδιοκτήτης. Αυτός ο άρπαγας που χρειάστηκε μόνο δύο ποτήρια σαμπάνιας και μερικούς ψιθύρους σε ένα γυναικείο αυτί, για να βγάλει τις κάλτσες του και ένα μεταξωτό καλσόν.

Βρέθηκε τότε για κάποιες στιγμές, κάτω στο πάτωμα, μαζί με το καλσόν. Αντάλλαξαν δύο ματιές, γεμάτες κατανόηση, μιας και ήταν φτιαγμένα και τα δύο ζευγάρια για να προσφέρουν απόλαυση σε όσους ξέρουν.

- Θα φύγω, είπε το ανδρικό ζευγάρι.

- Που θα πας, ρώτησε με ειλικρινή στεναχώρια, το καλσόν

- Μου έχουν πει στο μπουγαδόσχοινο τι παθαίνουν όσες κάλτσες καταλήγουν με τέτοια πόδια.

- Τι, πες μου, θέλω να ξέρω το ρώτησε

- Γίνονται αλκοολικοί με τον ανθρώπινο ιδρώτα. Αυτή θα είναι η μοίρα μου.

Αυτά της είπε αλλά δεν πρόλαβε τίποτα άλλο γιατί ακούστηκαν κλειδιά στην πόρτα και το μαύρο, περήφανο ζευγάρι αρπάχτηκε, χώθηκε σε μία χούφτα και κατέληξε να περιμένει να ξημερώσει η επόμενη ημέρα πάνω σε μία απλή καρέκλα όπου βρέθηκε μετά από λίγη ώρα άγνωστης διαδρομής.

Οι ώρες κύλησαν αργά και βασανιστικά για το άτυχο ζευγάρι. Οι βραδινές του συζητήσεις με τους ομότιμους του, στο συρτάρι που ζούσε μέχρι πριν από λίγες ώρες, έμοιαζαν ήδη τόσο μακρινές σαν να μην είχαν γίνει ποτέ. Πεταμένο πάνω στην καρέκλα, δίπλα από τον απαγωγέα του που κοιμόταν με την τηλεόραση ανοιχτή, σκεφτόταν το μέλλον με τρόπο περήφανο και αξιοπρεπές. Ούτε ένα δάκρυ, ούτε ένα παράπονο. Μόνο λίγο πονοκέφαλο ένοιωσε από την τηλεόραση που βομβάρδιζε όλη την νύχτα το δωμάτιο με φωτεινές, αποχαυνωτικές διαφημιστικές υποσχέσεις.

Το πρωί ξεκίνησε την νέα του ζωή γεμάτο ντροπή. Θα υπηρετούσε δεύτερη συνεχόμενη ημέρα ! Χωρίς να έχει πάρει την απαραίτητη, για την τάξη του, περιποίηση καθαρισμού. Και τι ειρωνία ! Η ίδια απουσία καθαρισμού ήταν ολοφάνερη και στα πόδια. Το μόνο που έκανε ο τρισάθλιος αυτός νέος ιδιοκτήτης ήταν να το τινάξει βίαια πάνω στην ράχη της καρέκλας για να φύγει από μέσα του ένα συννεφάκι σκόνης.

Αμέσως ξανασυνάντησε το ίδιο ζευγάρι παπούτσια. Τώρα που υπήρχε το φως της ημέρας πρόσεξε και την τρύπα που υπήρχε στο δεξί παπούτσι, χαμηλά, δίπλα στο φαγωμένο τακούνι. Ήταν η πρώτη του φορά που αντί να εκτελέσει τα καθήκοντα του σωστά, αγκαλιάζοντας με τον προβλεπόμενο τρόπο τα πόδια, αρκέστηκε απλά να λειτουργήσει ως ένα απλό εμπόδιο ανάμεσα στα πόδια και τα παπούτσια.

Ύστερα είδε την πόρτα, το ασανσέρ και το δρόμο. Με τα δόντια του σφιγμένα από την δυσάρεστη μυρωδιά και με το άγχος μιας τυχαίας συνάντησης του με άλλα ζευγάρια της ίδιας κάστας του, παρατηρούσε μέσα από τον εξαερισμό του δεξιού παπουτσιού την πορεία του απαγωγέα του. Ο προορισμός του φάνηκε γνωστός. Δεν ήταν όμως σίγουρο. Όταν όμως τα παπούτσια βγήκαν, τότε ένοιωσε μία μεγάλη συγκίνηση. Βρισκόταν στο μέρος όπου τοποθετήθηκε για πρώτη φορά μετά την γέννηση του στο εργοστάσιο. Ήταν στο κατάστημα υποδημάτων το οποίο βρισκόταν και ακριβώς δίπλα από το σπίτι όπου ζούσε μέχρι χθες το βράδυ. Τόσο κοντά από το αγαπημένο του συρτάρι, τις παλιές του παρέες και όμως τόσο απίθανα μακριά.

Δεν πρόλαβε να δει κάτι άλλο γιατί μπήκε σε ένα ολοκαίνουργιο, αν και κάπως στενό ζευγάρι παπούτσια. Η αίσθηση αυτή του καινούργιου, της λατρεμένης μυρωδιάς από αρκετά καλό, είναι η αλήθεια, δέρμα, του αναπτέρωσε για λίγο το ηθικό. Για λίγες στιγμές αγκάλιασε, ακόμη, και αυτό το άπλυτο πόδι. Το αίσθημα αυτό που του έδινε η εκπλήρωση του προορισμού του, κράτησε λίγο. Όσο χρειάστηκε ο απαγωγέας του να καταλάβει πως τον στενεύουν αυτά τα παπούτσια.

Μέχρι να του φέρουν να δοκιμάσει κάτι άλλο, έγινε αυτό που ακόμη και σήμερα διηγούνται οι πιο φτωχικές κάλτσες στα μπουγαδόσχοινα και γαριάζουν από τα γέλια.

Άνοιξε η πόρτα του καταστήματος και μπήκε ένας κύριος. Το βλέμμα του έπεσε πρώτα στο άνθρωπο που περίμενε να δοκιμάσει παπούτσια και μετά, στο ζευγάρι αυτό.

- Αυτές τις κάλτσες τις ξέρω, σκέφτηκε. Βέβαια. Έχουν και το κεντημένο μου μονόγραμμα.

Και τότε ρώτησε τον καθισμένο :

- Το όνομα σας αρχίζει από Γ ;

- Όχι, κύριε. Με λένε Δημήτρη.

- Κεριά και λιβάνια ρε, που δεν φτάνει που πήγες με την γυναίκα μου, μου έκλεψες και τις κάλτσες. Τώρα θα δεις, του λέει και αρπάζει μία ομπρέλα που αλλιώς φανταζόταν πως θα ξεκινούσε η καριέρα της και αλλιώς ξεκίνησε.

- Θα σου σπάσω το κεφάλι, ρεεεε! Και άρχισε να τον κυνηγά.

Οι κάλτσες παρακάλαγαν να τις προφτάσει ο κύριος τους αλλά ο απαγωγέας τους ήταν πολύ νεώτερος. Πάτησαν πρώτη τους φορά την βρωμερή άσφαλτο. Πάτησαν τσίχλες, νερά, κάτι άλλο από σκύλο.

Στην γωνία, δίπλα στα σκουπίδια , ο αέρας και κάτι παιδιά που το κλώτσησαν για πλάκα, ήταν ένα παλιό, φτηνό και τρύπιο ζευγάρι κάλτσες. Ήταν οι παλιές του φτερωτού εραστή και γέλαγαν με την καρδιά τους. Αυτές,τουλάχιστον, δεν είχαν πατήσει ποτέ γυμνές πάνω στην βρωμερή άσφαλτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΕΠΙΠΛΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΓΟΥΣΤΟ