Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ο χότζας και ο λαγος


Εἶχε ἕνα φίλο ὁ Χότζας ἀπὸ ἕνα μέρος μακρινὸ κι ὅποτε ἐρχόταν στὸ χωριό, τὸν φιλοξενοῦσε μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση, ἀφοῦ κι ἐκεῖνος τὸ ἴδιο ἔκανε στὸν Χότζα ὅταν ταξίδευε καὶ περνοῦσε ἀπὸ τὸ δικὸ του χωριό. Ἀγαπημένοι ὅπως ἦταν, κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἕνας πήγαινε στὸ σπίτι τοῦ ἄλλου νὰ φιλοξενηθεῖ, δὲν ξεχνοῦσε καὶ τὸ ἀπαραίτητο πεσκέσι. Μιὰ μέρα ἐμφανίζεται ὁ φίλος του μ' ἕνα λαγὸ στὸ δισάκι του. Καθαρίζουν τὸ ζῶο, τὸ μαγειρεύουν, φτιάχνουν κι ἕνα ὡραῖο πιλάφι, ἄγρια χόρτα γιὰ σαλάτα καὶ κάθονται καὶ τρῶνε. Τὸ ἄλλο πρωὶ ὁ φίλος φεύγει καί, ὕστερα ἀπὸ μερικὲς μέρες, χτυπάει τὴν πόρτα τοῦ Χότζα ἕνας ξένος. «Γειὰ σου, Χότζα μου! Εἶμαι φίλος τοῦ φίλου σου ποὺ σοῦ ἔφερε πεσκέσι τὶς προάλλες τὸ λαγὸ» τοῦ λέει, καὶ τοῦ ζητάει νὰ τὸν φιλοξενήσει γιὰ ἕνα βράδυ. Τὸν καλωσορίζει ὁ Χότζας καὶ τοῦ προσφέρει μιὰ γαβάθα σούπα χαριτολογώντας: «Φίλε τοῦ φίλου μου, αὐτὸς εἶναι ὁ ζωμὸς τοῦ λαγοῦ τοῦ φίλου μας». Δὲν περνοῦν δυὸ μέρες κι ἐμφανίζονται, αὐτὴ τὴ φορά, τρεῖς χωρικοὶ καὶ τοῦ συστήνονται: «Εἴμαστε φίλοι τοῦ φίλου τοῦ φίλου σου ποὺ σοῦ εἶχε φέρει ἐκεῖνον τὸ λαγό, Χότζα μου. Νυχτώσαμε στὸ χωριὸ καὶ δὲν ἔχουμε ποῦ νὰ πᾶμε. Μήπως μπορεῖς νὰ μᾶς φιλοξενήσεις γι' ἀπόψε;» Τὶ νὰ πεῖ ὁ Χότζας; Τοὺς καλωσορίζει κι ὅταν βλέπει πὼς οἱ μουσαφίρηδες ἀνυπομονοῦν γιὰ τὸ δεῖπνο, πηγαίνει καὶ γεμίζει τρεῖς γαβάθες μὲ νερό, βάζει δίπλα στὴν κάθε γαβάθα ἀπὸ ἕνα κουτάλι καὶ τοὺς σερβίρει. «Τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς σερβίρεις, Χότζα μου;» ρωτοῦν ἐκεῖνοι μὲ ἔκπληξη κι ἀπογοήτευση. «Εἶναι ὁ ζωμὸς τοῦ ζωμοῦ τοῦ λαγοῦ τοῦ φίλου μου, ποὺ εἶναι καὶ φίλος τοῦ φίλου σας, ἀγαπητοὶ μου!»

ΕΠΙΠΛΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΓΟΥΣΤΟ