Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Η ουσιαστική και δικονομική αναγκαία μεταρρύθμιση της επιμέλειας των παιδιών χωρισμένων γονέων *


ΠολΔ 681Α ΄, 681Β’, 682 επ., ΑΚ 1510 - 1520
Η ουσιαστική και δικονομική
αναγκαία μεταρρύθμιση της επιμέλειας
των παιδιών χωρισμένων γονέων *
Κωστής Δεμερτζής
Δικηγόρος Αθηνών

Α.
Ζητήματα από την εφαρμογή του συστήματος «όλα ή τίποτα»
στις επιλογές για την επιμέλεια του προσώπου των παιδιών
χωρισμένων γονέων

Α.1.
Η μονογονεϊκή επιμέλεια ως εφαρμογή της αρχής του «όλα ή τίποτα»
Το σύστημα ρύθμισης της σχέσης των γονιών με τα παιδιά τους, με βάση τις παρούσες ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα, έχει ως βάση την απόδοση της επιμέλειας του προσώπου του παιδιού, σε περίπτωση διάλυσης της οικογένειας, στον έναν από τους δυο γονιούς, και κατά κανόνα (όπως εφαρμόζεται από τα δικαστήρια) στην μητέρα (μονογονεϊκή επιμέλεια).
Απέναντι στην σχέση καθολικής εξουσίας και ευθύνης πάνω στο παιδί, που αποκτά ο ένας γονιός, δυνάμει του θεσμού της «επιμέλειας του προσώπου», ο άλλος γονιός έχει ένα «χλωμό» δικαίωμα επικοινωνίας και αίτησης πληροφοριών, και την υποχρέωση πληρωμής ενός ποσού, για να μεγαλώνει το παιδί του ο αντίδικος γονιός («διατροφή»).
Ούτε η «μέριμνα», η οποία, συχνά, καταλείπεται στον «άλλο» γονέα, αντισταθμίζει την αρχή του «ΌΛΑ Η ΤΙΠΟΤΑ», που αντιπροσωπεύει η επιμέλεια. Τούτο, γιατί η «επιμέλεια του προσώπου», είναι ένα «δικαίωμα» το οποίο παρέχει στον γονιό την άμεση, υλική και πραγματική εξουσία αποφάσεων για το παιδί. Η «μέριμνα», η οποία απομένει, συχνά, στον άλλο γονέα, αποτελεί ένα «κατάλοιπο» (Residue) της αρχικά ενιαίας και καθολικής μέριμνας, η οποία περιλαμβάνει δικαιώματα που σπάνια ενεργοποιούνται στην καθημερινή ζωή, και μικρή σημασία έχουν, όπως της υπογραφής σε ένα συμβόλαιο, σε μια αίτηση για έκδοση διαβατηρίου, για μια εγχείριση του παιδιού κ.τ.λ.
Ο μη έχων την επιμέλεια, βεβαίως, έχει μια υποχρέωση, αυτήν της καταβολής διατροφής, και συχνά στην πράξη η έντονη αντίδραση του γονιού που πρέπει να πληρώσει διατροφή είναι ότι υποχρεώνεται ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΑΛΛΟΣ.
Τι άλλο είναι η πάγια νομολογιακή άποψη ότι η φροντίδα στην ανατροφή των παιδιών είναι αποτιμητή σε χρήμα;
Μεγάλο ποσοστό πατεράδων, θα αναλάμβαναν ευχαρίστως να παράσχουν αυτοί την φροντίδα στην ανατροφή των παιδιών, και να πληρώνουν οι μητέρες τον μισθό γι’ αυτή την εργασία τους.
Πέραν, όμως, αυτού, ο χωρισμένος πατέρας τρέφει μόνιμη καχυποψία ότι η μητέρα αναλίσκει για προσωπικές της ανάγκες τα χρήματα που εισπράττει για το παιδί του.
Συνεπώς, μέσω της «επιμέλειας του προσώπου» καθιερώνεται ένα σύστημα του τύπου «όλα ή τίποτα», του οποίου τα προβλήματα επιτείνονται ενόψει του αυξανόμενου αριθμού παιδιών που οι γονείς τους δεν μένουν μαζί, είτε, κατά κύριο λόγο, εξαιτίας της φανερής κρίσης του θεσμού του γάμου, είτε και εξαιτίας άλλων παραγόντων (παιδί από ελεύθερη ένωση, παιδί από τεχνητή γονιμοποίηση κ.τ.λ.).
Α.2.
Η σκοπιμότητα της διατήρησης του θεσμού της «επιμέλειας»
στις οικογενειακές σχέσεις γονέων – παιδιών
Στην επιτροπή που δουλέψαμε τα ζητήματα αυτά, υπήρξε πρόταση να καταργηθεί ο όρος της «επιμέλειας», και να αντικατασταθεί με κάποιον άλλον, όπως «φροντίδα». Δεν μπόρεσα να συμφωνήσω σε τέτοια πρόταση. Ο θεσμός της «επιμέλειας του προσώπου», ως «λειτουργικού δικαιώματος», που επάγεται υποχρεώσεις και ευθύνες για τον γονιό, και λειτουργεί υπέρ του τέκνου, είναι ένας θεσμός λειτουργικός, οικείος στον δικαστή, στον δικηγόρο, στον επιστήμονα, και πρόσφορος για το καλύτερο – όπως και για το χειρότερο. Το πρόβλημα, στην ελληνική δικαστική πράξη, έγκειται στην καθολική επικράτηση της μονογονεϊκής επιμέλειας.
Α.3.
Η ρύθμιση του Αστικού Κώδικα έναντι της καθολικής επικράτησης
του συστήματος της μονογονεϊκής επιμέλειας
Η επικράτηση της αρχής του «όλα ή τίποτα» στην ελληνική δικαστηριακή πράξη δεν στηρίζεται στον αστικό κώδικα, ο οποίος, στο άρθρο 1513 § 1 εδ. τελευταίο, αναφέρεται σε δυνατότητα «κατανομής της άσκησης της γονικής μέριμνας». Είναι μια «λύση ευκολίας», που στηρίζεται στην πεποίθηση του δικαστή – συχνά και του δικαζόμενου – ότι, με δεδομένη την διάσταση, την αντιδικία, την διαφορά των απόψεων, το αναπτυσσόμενο μίσος, που οδήγησαν δυο γονείς στην διακοπή της συμβίωσής τους, και τις συναφείς οικονομικές διαφορές που ανακύπτουν, για την διαμοίραση της κοινής περιουσίας, τα «αποκτήματα» και την διατροφή, είναι εκ των προτέρων καταδικασμένη κάθε προσπάθεια να «τα βρουν» οι δυο γονείς στην ανατροφή των παιδιών τους. Πιστεύουμε, μάλιστα, ότι η καθολική επικράτηση του παρόντος, προβληματικού συστήματος «όλα ή τίποτα» οφείλεται κατά πολύ σε αδράνεια:
1. Του νομοθέτη, επειδή δεν επεξεργάστηκε ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα. 
2. Των δικαστηρίων, επειδή «βολεύτηκαν» με το ατελές σύστημα του νομοθέτη, και δεν εφάρμοσαν τις καλύτερες λύσεις, οι οποίες, ατελώς, διαγράφονται ήδη στον υφιστάμενο Α.Κ.[1] 
3. Των γονιών, που οδηγούνται, κατά κανόνα, στην «εύκολη» λύση του αλληλοσπαραγμού στα δικαστήρια, παρά στην αντιμετώπιση των «πραγματικών προβλημάτων», που είναι η σωστή ανατροφή των παιδιών και το ξεπέρασμα των επιπτώσεων του χωρισμού των γονιών τους, παρά το πραγματικό γεγονός της διάσπασης της συμβίωσης και της διάστασης των απόψεων μεταξύ τους.
Για τον λόγο αυτό, το σύστημα της μονογονεϊκής επιμέλειας υπό καθεστώς ανισότητας των γονέων είναι αυτοτροφοδοτούμενο: τροφοδοτεί το ίδιο την κρίση του, η οποία λαμβάνει μορφή «θετικής ανάδρασης»: η κρίση οδηγείται στα δικαστήρια, όπου οξύνεται, για να οδηγηθεί μεγεθυσμένη στα δικαστήρια, όπου θα οξυνθεί περαιτέρω, κ.ο.κ.
Συνεπώς, η μονογονεϊκή επιμέλεια έχει επικρατήσει ως η απλούστερη λύση, η πιο εύκολη.
Α.4.
Αδικίες και άτοπα από την καθολική επικράτηση
του συστήματος της μονογονεϊκής επιμέλειας
Προφανή μειονεκτήματα της πρακτικής της μονογονεϊκής επιμέλειας, είναι τα παρακάτω:
- Στερείται το παιδί τον ένα γονιό του, και όσα αυτός μπορεί να του προσφέρει. Αδικείται το παιδί.
- Στερείται ο ένας γονιός το παιδί του, και όσα το παιδί του μπορεί να του προσφέρει. Αδικείται ο γονιός.
- Η μονογονεϊκή επιμέλεια αποτελεί αντικείμενο διεκδίκησης, πίκρας, αντιδικίας. Λόγο αποξένωσης, εκδίκησης και μίσους. Αδικούνται όλοι.
Ειδικότερα, το σύστημα της μονογονεϊκής επιμέλειας, ως σύστημα του «όλα ή τίποτα», μετά την λύση του γάμου ή της συμβιωτικής σχέσης, από την οποία προήλθε το παιδί:
1. Οδηγεί σε αφύσικες, μονογονεϊκές οικογένειες, οι οποίες λειτουργούν σαν υποκατάστατο της διαλυμένης οικογένειας. Σοβαρά προβλήματα προκύπτουν, ιδίως όταν, στο πλαίσιο της μονογονεϊκής οικογένειας:
(α) Η συμβίωση της μητέρας με το παιδί, μετά την έξωση του πατέρα από την οικογένεια, λαμβάνει, τακτικά, τον χαρακτήρα οιονεί «γάμου» μεταξύ μητέρας και παιδιού. Δημιουργείται μια νέα οικογένεια, στον άξονα μητέρας – παιδιού, χωρίς πατρική παρουσία, και με συμπληρωματικά μέλη, σε σαφώς υποδεέστερη, συχνά, θέση, τους εκ μητρός συγγενείς (παππούδες, γιαγιάδες, αδέλφια, κ.τ.λ.).
(β) Η απομάκρυνση του πατέρα από την «οικογένεια», την οποία, πλέον, αποτελούν η μητέρα και το παιδί οδηγεί σε αποξένωση του πατέρα από το παιδί του, και του παιδιού από τον πατέρα του. Για τον Έλληνα, η «οικογένεια» ορίζεται ως: «όσους κλείνει η πόρτα σου». Ο πατέρας, εκτός της οικογενειακής θύρας, παύει να θεωρείται και να είναι «οικογένεια» του παιδιού.
(γ) Η απουσία του πατέρα, πέρα από την πρόδηλη στέρηση του παιδιού από την παρουσία του και απ’ ό,τι αυτός μπορεί να του προσφέρει, οδηγεί σε διαταραχή του ψυχικού κόσμου του παιδιού, και σε στρεβλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Ειδικά αν το παιδί είναι αγόρι, αναλαμβάνει συχνά τον ρόλο του «άντρα» της οικογενείας, του προστάτη της μητέρας.
2. Προσβάλλει τα δικαιώματα του παιδιού, και ιδίως:
(α) Προσβάλλεται το δικαίωμα και η επιθυμία του κάθε παιδιού να έχει και τους δυο γονείς του, ενόψει του ότι, η παρούσα ρύθμιση, του επιβάλει την κυριαρχική και ανισόρροπη παρουσία του ενός (στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων: της μητέρας), και την στέρησή του από τον άλλο (στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων: του πατέρα). Αν κάποιος ρωτήσει τα παιδιά, ιδίως στην αρχή της διάστασης των γονέων τους, ποιον από τους δύο θέλουν, θα απαντήσουν, στερεότυπα: «και τους δύο».
(β) Η στέρηση του παιδιού από τον ένα γονέα αναδεικνύεται σε οιονεί παρεπόμενη κύρωση της διάλυσης της συμβίωσης ή της έγγαμης σχέσης, και επιβάλλεται, τόσο στον ένα από τους δυο γονείς, αλλά, κυρίως, και στο παιδί. Το παιδί αισθάνεται ότι η οικογένειά του διασπάται, ότι είναι αδύναμο να ελέγξει την ζωή του, καθώς και ενοχές για την διάλυση της οικογένειάς του.
3. Ενισχύει το στοιχείο της αντιδικίας στις οικογενειακές σχέσεις.
Ειδικότερα, η αρχή του «όλα ή τίποτα» διαγράφει σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον «νικητή» και τον «ηττημένο» της δίκης για την επιμέλεια.
Ο «νικητής» τα παίρνει «όλα», ο «ηττημένος» μένει με το «τίποτα».
Αυτός είναι ο λόγος που ο διάδικος μετέρχεται κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο, για να κερδίσει, αφού η εναλλακτική λύση που του προσφέρεται είναι η χειρότερη δυνατή: η απώλεια του παιδιού του.
Α.5.
Ο σημαντικός παράγων της αποξένωσης: το PAS
Ειδική κατηγορία επιπτώσεων της αρχής του «όλα ή τίποτα» στις μετά τον χωρισμό των γονιών σχέσεις τους με τα παιδιά τους, είναι η εμφάνιση αποξενωτικών φαινομένων μεταξύ των παιδιών και του ενός γονιού. Πράγματι, η ανάπτυξη του συνδρόμου της γονικής αποξένωσης - Parental Alienation Syndrome – γνωστότερο ως PAS – είναι, πλέον, ο κανόνας που πρέπει να περιμένουμε από την εφαρμογή του συστήματος της μονογονεϊκής επιμέλειας.
Ως σύνδρομο γονικής αποξένωσης ορίζεται στην διεθνή σχετική βιβλιογραφία η αυτοδύναμη κατάσταση η οποία δημιουργείται στο παιδί, με αποτέλεσμα την αποξένωσή του από τον ένα γονιό, η οποία συνοδεύεται, συνήθως, με σκαιά συμπεριφορά, άρνηση συνάντησης, άρνηση επικοινωνίας, αδιαφορία ή και μίσος γι’ αυτόν, καθώς και για όλο το περιβάλλον του[2]. Το PAS έχει αναγνωριστεί επίσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση[3]. Ειδικότερα, το 2002, σε μια Διεθνή Διάσκεψη, η κυρία Mary BANOTTI (διαμεσολαβήτρια για τις διεθνείς απαγωγές παιδιών), γράφει στην έκθεσή της, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V ότι: αυτό το φαινόμενο αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως πρόβλημα των παιδιών στα οποία δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στον ένα ή στον άλλο γονέα. Ο γονέας που έχει την επιμέλεια φροντίζει να αποξενώσει τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια από τα παιδιά του και αυτή η πρακτική είναι δυστυχώς πολύ συνηθισμένη και έχει καταστροφικές συνέπειες για το παιδί. Είναι σημαντικό οι δικαστικές αρχές και οι κοινωνικοί λειτουργοί που αναλαμβάνουν παιδιά σε αυτή την κατάσταση να γνωρίζουν ότι υπάρχουν τέτοιες συμπεριφορές και δεν πρέπει να κάνουν διακρίσεις κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την πρόσβαση και τα δικαιώματα επίσκεψης.

Α.6.
Συγγενικά φαινόμενα: το «σύνδρομο της Στοκχόλμης»
Ο θεσμός της «επιμέλειας», στην πράξη, διαφέρει από την θεωρητική του σύλληψη.
Μπορεί, για τον νομικό, η επιμέλεια να είναι ένα «λειτουργικό δικαίωμα», επαγόμενο δικαιώματα και ευθύνες, και ασκούμενο για το συμφέρον του τέκνου.
Δεν είναι πάντοτε έτσι και για τον δικαζόμενο γονιό. Ο γονιός είναι πολύ εύκολο να συγχίσει το «λειτουργικό δικαίωμα» με την «εξουσία απόλυτη και κατά παντός» πάνω στο παιδί[4].
Ούτε είναι πάντοτε έτσι για το παιδί. Το παιδί δεν ξέρει από «λειτουργικά δικαιώματα» και τέτοια. Για το παιδί σημασία έχει ποιος γονιός έχει την εξουσία να λαμβάνει τις αποφάσεις που το αφορούν.
Για τον λόγο αυτό, το «σύνδρομο γονικής αποξένωσης» σχετίζεται με το «σύνδρομο της Στοκχόλμης»: το θύμα καταπίεσης αναπτύσσει αισθήματα συμπάθειας προς τον καταπιεστή του, εφόσον ο τελευταίος έχει την εξουσία πάνω του[5]. Τέτοιος καταπιεστής, στην χωρισμένη οικογένεια, αναδεικνύεται ο «έχων την επιμέλεια» γονιός. Στην χωρισμένη οικογένεια, αυτό σημαίνει ότι το παιδί αναπτύσσει αισθήματα συμπάθειας και αλληλεγγύης με τον γονιό που έχει την εξουσία πάνω του, ακόμα κι αν ο τελευταίος το κακοποιεί, το κακομεταχειρίζεται, και το αποξενώνει από τον άλλο γονιό.
Α.7.
Συγγενικά φαινόμενα: το «σύνδρομο της Μήδειας»
Για την ιστορία σημειώνω ότι, η σημερινή συζήτηση για το PAS, που αφορά και τα δυο φύλα, παλιά φερόταν ως συζήτηση για το «σύμπλεγμα της Μήδειας», αφού θεωρείτο ότι η γυναίκα, εκδικούμενη τον άντρα που την εγκατέλειψε για άλλη γυναίκα, τον αποξενώνει από αυτόν, καταστρέφει τον δεσμό του με το παιδί, ακόμα και το παιδί το ίδιο.
Σήμερα, η περί Μήδειας συζήτηση έχει υποχωρήσει, για τον εξής λόγο: στην Αμερική, όπου αναπτύχθηκε και η σχετική συζήτηση, παρατηρήθηκε ότι:
- Όταν η μητέρα παίρνει το παιδί, το αποξενώνει από τον πατέρα.
- Όταν ο πατέρας παίρνει το παιδί, το αποξενώνει από την μητέρα.
Συνεπώς, το κεφάλαιο Medea syndrome, της σχετικής βιβλιογραφίας, σήμερα έχει ενταχθεί ως υποκεφάλαιο της συζήτησης για το PAS.
Α.8.
Κοινά συμπτώματα της ανάπτυξης συνδρόμου γονικής αποξένωσης
 Τα κοινά χαρακτηριστικά μιας αποξενωτικής τακτικής (με αποξενώνοντα γονιό την μητέρα και αποξενωμένο τον πατέρα)[6] είναι τα ακόλουθα:
α) Η μητέρα εμποδίζει όλες τις προσπάθειες του πατέρα να επικοινωνήσει με την ίδια ή με τα παιδιά, παρά τα λεγόμενα της ότι δεν εμποδίζει την επικοινωνία με τα παιδιά.
β) Τα παιδιά αρχίζουν ξαφνικά να βρίσκουν δικαιολογίες για να μην βλέπουν τον πατέρα. Μπορούν να πουν ακόμα ότι δεν θέλουν και τα δώρα του. Τα δώρα που θα στείλει ο πατέρας μπορεί να αγνοηθούν ή μπορούν ακόμη και να επιστραφούν – με την απόδειξη επιστροφής υπογεγραμμένη από το παιδί.
γ) Αν και τα παιδιά δηλώνουν ότι δεν θέλουν να βλέπουν ειδικά τον πατέρα τους, ξαφνικά θα σταματήσουν να θέλουν να βλέπουν και καθένα που συνδέεται με αυτόν, όπως τους στενούς του συγγενείς και φίλους. Θα σταματήσουν ακόμη και να μιλάνε στους γείτονες και σε πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος του πατέρα. Η μητέρα θα σταματήσει επίσης κάθε επαφή με οποιονδήποτε συνδέεται με τον πατέρα, ενώ θα υποστηρίζει ότι δεν συμμερίζεται την συμπεριφορά των παιδιών.
δ) Η μητέρα πάει στο σχολείο, στο φροντιστήριο, στο γυμναστήριο και σε οποιαδήποτε άλλο μέρος τα παιδιά επισκέπτονται τακτικά και ενημερώνει τους αρμόδιους (αναληθώς) ότι δεν πρέπει ο πατέρας να έρθει σε επικοινωνία με τα παιδιά στους χώρους αυτούς.
ε) Ο πατέρας διαπιστώνει ότι και πρόσωπα του περιβάλλοντος της μητέρας παύουν κάθε επαφή μαζί του.
Α.9.
Η πρόκληση συνδρόμου γονικής αποξένωσης
ως μορφή συναισθηματικής κακοποίησης
Σε κάθε περίπτωση, σήμερα η πρόκληση PAS θεωρείται ΣΟΒΑΡΗ ΜΟΡΦΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ, της κατηγορίας της ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ. Αντίθετα με ό,τι πιστευόταν παλαιότερα, το PAS, εφόσον δημιουργηθεί, δεν θεραπεύεται από μόνο του, δηλαδή το παιδί, μεγαλώνοντας, ΠΟΤΕ, ΠΙΑ, ΔΕΝ ΣΥΝΑΠΤΕΙ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΟΝΙΟ – ΘΥΜΑ, από τον οποίο έχει αποξενωθεί. Το PAS, όταν δεν προλαμβάνεται, αντιμετωπίζεται κατασταλτικά, με ψυχοθεραπεία καταρχάς, κατά την οποία θα διαγνωστεί και η μορφή του. Η Αμερικάνικη πείρα, όμως, δείχνει ότι, και στην ψυχοθεραπεία παρεμβαίνει ο αποξενώνων γονιός, και την αχρηστεύει. Συνιστώνται, στην περίπτωση αυτή, δικαστικά ή άλλα μέτρα, τα οποία μπορεί να φτάσουν μέχρι και την απομάκρυνση του παιδιού από τον γονέα που του έχει προκαλέσει το εν λόγω σύνδρομο.
Α.10.
Προτεινόμενη αντιμετώπιση: συγκεκριμενοποίηση του κύκλου
των προστατευόμενων οικογενειακών σχέσεων
Σε ένα γενικότερο επίπεδο, στο προτεινόμενο σχέδιο, η αρχή του «όλα ή τίποτα», στην προτεινόμενη εισήγηση, διασπάται, με την καταρχάς θέσπιση ρητής προστασίας των οικογενειακών σχέσεων. Πρόκειται για γενικότερης σημασίας πρόταση, με την οποία ορίζονται οι οικογενειακές σχέσεις, και θεσπίζεται ρητά προστασία τους, ανάλογη με εκείνην των άρθρων 57 – 59 Α.Κ., την προστασία της προσωπικότητας. Είναι γνωστό ότι, ερμηνευτικά, οι οικογενειακές σχέσεις μπορούν να υπαχθούν άμεσα στην προστασία των άρθρων 57 – 59 Α.Κ. Αλλά είναι χρήσιμο να θεσπιστεί, ως εισαγωγική έννοια στο οικογενειακό δίκαιο, και ως βασικότερη όλων, η έννοια της οικογενειακής σχέσης, και η ρητή νομοθετική της προστασία, με διάταξη ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗ εκείνη των άρθρων 57 – 59 Α.Κ. Στο προτεινόμενο σύστημα ρυθμίσεων, η ρητή προστασία της γενικότερης οικογενειακής σχέσης έχει έναν επιπλέον σκοπό: διευρύνει τον κύκλο των ενδιαφερομένων για το παιδί, και ενισχύει τον κοινωνικό έλεγχο σε καταστάσεις οι οποίες τείνουν να εκπέσουν σε καθεστώς πλήρους ιδιωτείας[7]. Τούτο, γιατί ένας ευρύτερος κύκλος προσώπων νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν προστασία της οικογενειακής τους σχέσης με το παιδί, με βάση την προτεινόμενη ρύθμιση.
Α.11.
Προτεινόμενη αντιμετώπιση:
η καθιέρωση συστήματος κοινής επιμέλειας
Ο παραπάνω προβληματισμός οδηγεί στην διαπίστωση της ανάγκης για μια γενναία μεταρρύθμιση του οικογενειακού συστήματος, στο κέντρο της οποίας θα βρίσκεται η καθιέρωση ενός συστήματος ΚΟΙΝΗΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ, που θα σημαίνει ότι οι δυο γονείς θα είναι απολύτως και ισόρροπα συνυπεύθυνοι για την ανατροφή του παιδιού και μετά τον χωρισμό τους, και θα έχουν έναντι του παιδιού τα ίδια δικαιώματα. Συνεπώς, η βασική πρόταση για την κατάργηση της αρχής του «ΌΛΑ Ή ΤΙΠΟΤΑ» συνίσταται στην αντικατάσταση της οιονεί αυτόματης εφαρμογής, σε περίπτωση διάστασης, της μονογονεϊκής επιμέλειας, με την νομικά δεσμευτική εφαρμογή της «κοινής εν διαστάσει επιμέλειας». Αυτό σημαίνει ότι, οι γονείς μπορεί, πια, να μην θέλουν να μείνουν μαζί. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί δεν θα έχει και τους δύο, γονείς του, εξίσου υπεύθυνους για την «επιμέλεια του προσώπου του». Διασπώντας την αρχή της μίας κατοικίας, το παιδί θα έχει δυο κατοικίες: την πατρική, και την μητρική του κατοικία. Ιδίως όταν οι γονείς μένουν στην ίδια πόλη. Και εκτός αν οι γονείς συμφωνήσουν αλλιώς. Στην επιτροπή συζητήθηκε το μοντέλο της «εναλλασσόμενης κατοικίας» που θα προτεινόταν. Προτάθηκε και αλλαγή της κατοικίας σε μεγάλα διαστήματα, λ.χ. κάθε τρία χρόνια. Τέτοια ρύθμιση, όμως, θα είχε όλα τα μειονεκτήματα της μονογονεϊκής επιμέλειας, και επιπλέον το πρόβλημα ότι, κάθε τρία χρόνια, θα αναστατώνονταν δυο σπίτια – και το παιδί. Συνεπώς, η κατανομή της κατοικίας, στο πλαίσιο της κοινής επιμέλειας, θα πρέπει να γίνει σε μικροκλίμακα: κατανομή της διαμονής του παιδιού μέσα στην εβδομάδα, το πολύ στον μήνα. Τα υπόλοιπα, είναι ζήτημα συμφωνιών και ρυθμίσεων.
Α.12.
Η κοινή επιμέλεια σε πρακτικό επίπεδο
Σε πρακτικό επίπεδο, με τον χωρισμό, την διάσταση ή το διαζύγιο, θα ενεργοποιούνται οι ρυθμίσεις της κοινής επιμέλειας, και όχι της μονογονεϊκής επιμέλειας, δηλαδή της οιονεί αυτόματης ανάληψης της επιμέλειας του προσώπου το παιδιού από τον έναν από τους δύο, δηλαδή (και κατά κανόνα) την μητέρα. Το σύστημα της μονογονεϊκής επιμέλειας προτείνεται να διατηρηθεί ΜΟΝΟ ΩΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ του συστήματος της κοινής επιμέλειας, υπό την έννοια ότι η επιμέλεια θα απονέμεται στον ένα από τους δυο συζύγους, μόνο όταν το σύστημα της κοινής επιμέλειας εφαρμοστεί για ένα διάστημα και αποτύχει. Παράλληλα, πρέπει να γίνει επεξεργασία ενός πρόσφορου δικονομικού συστήματος αντιμετώπισης των ζητημάτων ανατροφής του παιδιού που οι γονείς του δεν ζουν μαζί. Αλλά και, όπως επισημαίνεται παρακάτω, και των ζητημάτων ανατροφής του παιδιού που οι γονείς του ζουν μαζί. Κανένας λόγος δεν υπάρχει να διαφοροποιηθεί η κατηγορία αυτή, αφού συνιστά, όμοια με την άλλη, «οικογενειακή υπόθεση», στην οποία ο δικαστής θα μπορούσε να παρέμβει με θετικό τρόπο.
Α.13.
Αναγκαίες εγγυήσεις για την λειτουργία του θεσμού
της κοινής επιμέλειας
Είναι βέβαιο ότι, η αναγκαία μεταρρύθμιση του οικογενειακού – γονεϊκού δικαίου, με άξονα τον θεσμό της κοινής επιμέλειας, θα λειτουργήσει μόνον εάν διασφαλιστεί με μια σειρά εγγυήσεων, και τέτοιες προτείνονται οι εξής:
1. Ρητή και αποτελεσματική αστική προστασία της οικογενειακής σχέσης, στην οποία οπωσδήποτε εντάσσεται η σχέση του γονιού με το παιδί.
2. Ρύθμιση του καθεστώτος κοινής επιμέλειας με κανόνες απλούς και εφαρμόσιμους, με τους οποίους θα ενθαρρύνεται αφενός μεν η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δυο γονείς του (λ.χ., το παιδί θα πρέπει να θεωρεί, πλέον, δικό του, και το σπίτι του ενός γονιού, και το σπίτι του άλλου), αφετέρου η κοινή ευθύνη, η συναπόφαση και η συνεργασία μεταξύ των γονιών για τα ζητήματα που αφορούν το παιδί.
3. Ορισμός δικαστηρίων διαιτησίας οικογενειακών σχέσεων. Κατά τις ειδικότερες προτάσεις που ακολουθούν, τα δικαστήρια αυτά θα αποτελούνται από έναν πρωτοδίκη, έναν εισαγγελέα και μια γραμματέα, και θα συνεδριάζουν χωρίς δημοσιότητα. Εκεί θα άγονται και θα συζητούνται τα ζητήματα διαφωνιών μεταξύ των γονέων σε ζητήματα επιμέλειας του παιδιού, και θα επιλύονται με ταχείες διαδικασίες. Τέτοια ζητήματα μπορεί να είναι, λ.χ., διαφορές για την διαμονή του παιδιού, για το σχολείο όπου θα φοιτήσει, η αμοιβαία επιβάρυνση των γονέων για τα έξοδά του και εν γένει την διατροφή του, κ.τ.λ. Το δικαστήριο θα κρατάει αρχείο των υποθέσεων που άγονται ενώπιόν του, των αποφάσεων που θα λαμβάνονται, και της εφαρμογής τους. Την εφαρμογή τους θα επιβλέπει εισαγγελέας.
4. Δυνατότητα μετάπτωσης σε σύστημα μονογονεϊκής επιμέλειας, ιδίως στην περίπτωση που προκύψει ότι ο ένας από τους δύο γονείς συμπεριφέρεται, στο πλαίσιο της κοινής επιμέλειας, καταχρηστικά, ή εις βάρος του άλλου γονέα ή των συμφερόντων του παιδιού. Τέτοια περίπτωση θα τεκμαίρεται ιδίως στην περίπτωση που ο ένας γονέας αποδεδειγμένα προσπαθεί να αποξενώσει το παιδί από τον άλλον, κρύβει το παιδί από τον άλλον, κατηγορεί στο παιδί τον άλλον, προσπαθεί να παρεμποδίσει την επικοινωνία ή την πληροφόρηση στο παιδί από τον άλλον, ή στην περίπτωση που ο ένας γονέας αποδεδειγμένα αδιαφορεί για το παιδί του. Στην περίπτωση της μετάπτωσης σε σύστημα μονογονεϊκής επιμέλειας, θα προβλέπεται και σύστημα ικανοποιητικής και επαρκούς επικοινωνίας του γονέα που δεν θα έχει την επιμέλεια, καθώς και παροχής πληροφοριών. Τυχόν παρεμπόδιση, από τον έχοντα την επιμέλεια, της επικοινωνίας του παιδιού με τον άλλο γονέα, θα αποτελεί στοιχείο για την αλλαγή της μονογονεϊκής επιμέλειας ή για την επαναφορά του συστήματος της κοινής επιμέλειας.
5. Ορισμός δικαστηρίου διαφορών επιμέλειας, στο οποίο θα άγονται οι σοβαρότερες διαφορές για την άσκηση της επιμέλειας, και ιδίως αυτές για την αφαίρεσή της από τον ένα από τους δυο γονείς, ή και από τους δύο, ή μεταβολής του καθεστώτος της επιμέλειας που έχει καθοριστεί με προηγούμενη απόφαση. Το δικαστήριο αυτό θα πρέπει να είναι τριμελές, και θα συγκροτείται υποχρεωτικά από δικαστές και των δύο φύλων. Θα συνεδριάζει με γρήγορη και εύκαμπτη διαδικασία, παρουσία εισαγγελέα, ο οποίος θα προετοιμάζει τον φάκελο της υπόθεσης, με βάση αυτεπάγγελτη έρευνα και τις προτάσεις των διαδίκων, και θα υποβάλει πρόταση. Ως πρότυπο θα ληφθεί μάλλον η διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και όχι της αντιδικίας. Το ίδιο δικαστήριο θα επιλαμβάνεται ζητημάτων επείγουσας περίστασης, ενώ ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου θα μπορεί να λαμβάνει προσωρινά μέτρα (σημερινό άρθρο 1532 § 3 Α.Κ.), με δυνατότητα προσφυγής στον Πρόεδρο. Οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου θα είναι δημόσιες, εκτός εάν, μετά από αίτηση των διαδίκων, ή του εισαγγελέα, ή αυτεπαγγέλτως, διαπιστωθεί ότι υπάρχει ειδικά προστατευόμενο συμφέρον για την συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών. Το δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο στοιχείο και, μεταξύ άλλων, υποχρεωτικά, πλην των ισχυρισμών που διατυπώνουν και των αποδείξεων που προσκομίζουν οι διάδικοι, το αρχείο των υποθέσεων του διαιτητικού δικαστηρίου, εφόσον αφορά το συγκεκριμένο παιδί, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνες, καθώς την υποχρεωτική επικοινωνία του με το παιδί. Το δικαστήριο θα μπορεί να εξετάζει, να καθοδηγεί και να συμβουλεύει τους γονείς, τους ασκούντες την επιμέλεια και τους λοιπούς διαδίκους. Στην ενώπιόν του διαδικασία θα μπορούν να παρίστανται, ως παρατηρητές, καθώς και με δικαστικό πληρεξούσιο δικηγόρο, ως παρεμβαίνοντες, οργανώσεις και σύλλογοι ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και να υποβάλλουν γνωμοδοτήσεις και στοιχεία. Ανάλογα με την απόφασή του για την επιμέλεια του παιδιού, ήτοι για την διατήρηση του καθεστώτος κοινής επιμέλειας, της ανάθεσης της επιμέλειας στον ένα από τους δυο γονείς, κατ’ αποκλεισμό του άλλου, της ανάθεσης σε τρίτον, ή σε ίδρυμα, κατ’ αποκλεισμό και των δύο γονέων, το δικαστήριο θα ρυθμίζει, υποχρεωτικά, και κατά την κρίση του και τις προτάσεις των διαδίκων, τα ζητήματα της επικοινωνίας του παιδιού με τον γονέα ή τους γονείς που δεν θα έχουν την επιμέλεια, καθώς και της οικονομικής συμμετοχής των γονέων στα έξοδα επιμέλειας του παιδιού («διατροφή»). Για τις παραπάνω αποφάσεις του, το δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη του την γνώμη του παιδιού, και θα υποχρεώνεται να αιτιολογεί ειδικά τυχόν απόκλιση της απόφασής του από την γνώμη και τις επιθυμίες του παιδιού. Η εκτέλεση των αποφάσεων του παιδιού επιβλέπεται από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου. Θα προβλέπεται δυνατότητα έφεσης και αναίρεσης κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου διαφορών επιμέλειας, με διαδικασία ανάλογη με εκείνη που ακολουθείται πρωτοδίκως.
5. Ανάλογη εφαρμογή των παραπάνω ρυθμίσεων σε παιδιά ανύπαντρων γονέων. Και στην περίπτωση αυτή, εφόσον υπάρχει αποδεδειγμένη πατρότητα και μητρότητα, η επιμέλεια θα ασκείται καταρχάς από κοινού από τους δύο γονείς, όπως ακριβώς και στους χωρισμένους γονείς, και μόνο επικουρικά θα εφαρμόζεται η λύση της μονογονεϊκής επιμέλειας.
Είναι ανάγκη, βέβαια, να αναμορφωθούν ριζικά οι θεσμοί σχετικά με την απόδειξη της πατρότητας, της ονοματοδοσίας κ.τ.λ. του παιδιού.
Είναι ανάγκη, επίσης, να γίνει μια προσαρμογή, στην περίπτωση αυτή, των επί μέρους ρυθμίσεων, στο σύστημα επιμέλειας και συνευθύνης για το παιδί από τους γονείς του, στην κατεύθυνση της μεγαλύτερης εξομοίωσης του παιδιού «εκτός γάμου» με εκείνο που γεννήθηκε στον γάμο. Για το πώς αποφάσισαν να το γεννήσουν οι γονείς του, το παιδί δεν φταίει σε τίποτα.
Α.14.
Σημείωση για την επικοινωνία
Είναι φανερό ότι ο θεσμός της «επικοινωνίας», ατελής και απρόσφορος, δεν αρκεί για να αναπληρώσει τα παραπάνω μειονεκτήματα του συστήματος. Όμως, η τήρηση της επικοινωνίας, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν τρόπο μετριασμού της αρχής του «όλα ή τίποτα», και για τον λόγο αυτό η θέση της ανάπτυξης των σχετικών ζητημάτων είναι εδώ. Ο θεσμός της «επικοινωνίας», ο οποίος συχνά παραβιάζεται ή παραμελείται, ακριβώς επειδή είναι απρόσφορος για να καλύψει τα κενά του συστήματος της μονογονεϊκής επιμέλειας, δεν αρκεί να αναπληρώσει το ρήγμα στην οικογενειακής φύσεως σχέση του γονιού που δεν έχει την «επιμέλεια» του παιδιού (κατά κανόνα: τον πατέρα) και του παιδιού. Σοβαρά προβλήματα δημιουργούνται όταν ο έχων την επιμέλεια του παιδιού αρνείται να επιτρέψει την επικοινωνία. Το σύστημα της επιβολής ποινικών ή αστικών κυρώσεων (ποινική δίωξη για παραβίαση δικαστικής απόφασης, χρηματικές ποινές ή και προσωπική κράτηση) έχει αποδειχθεί απρόσφορο, και επιπλέον είναι ακατάλληλο για την οικογενειακή φύση των σχέσεων, και συμβάλλει στην όξυνση των ενδοοικογενειακών αντιδικιών[8]. Στο σχέδιο που ακολουθεί, προτείνεται μια ενίσχυση της έμμεσης εκτέλεσης – δεν μπόρεσα να δεχτώ τις ιδέες των άλλων μελών της Επιτροπής για άμεση εκτέλεση της απόφασης για επικοινωνία. Προτείνεται, όμως, σε ακραίες καταστάσεις αποξένωσης και άρνησης, ιδίως για μεγαλύτερα παιδιά, ακόμα και η δυνατότητα διακοπής της διατροφής, αφού ο γονιός δεν μπορεί να υποχρεώνεται να πληρώσει για την διατροφή ενός ατόμου το οποίο δεν θέλει να έχει καμία ενεργό σχέση μαζί του. Τούτο, οπωσδήποτε, αναμένεται να δώσει αντικίνητρο στον αποξενώνοντα γονιό, ώστε να μετριάσει την αποξενωτική του λειτουργία, αλλά και ένα αίσθημα υπευθυνότητας στο αποξενωμένο παιδί, ιδίως στον έφηβο, ο οποίος οφείλει να κατανοήσει ότι δεν μπορεί να καταφρονεί επιδεικτικά τον ένα από τους δύο γονείς του χωρίς καμία συνέπεια[9].
Α.15.
Συνολική εικόνα
Τέτοια ρύθμιση απαιτεί, οπωσδήποτε, ριζικές νομοθετικές λύσεις, στην κατεύθυνση της διατήρησης της κοινής ευθύνης των χωρισμένων γονέων για τα παιδιά τους, και της ισόρροπης και, κατά το δυνατόν, πλήρους διατήρησης της οικογενειακής φύσεως, σχέσης του κάθε γονιού με τα παιδιά του, και μετά τον χωρισμό. Αναμφίβολα, θέλει δουλειά και πόρους. Όμως, για την αντιμετώπιση των ολοένα οξυνόμενων προβλημάτων, καμιά προσπάθεια δεν είναι υπερβολική, προκειμένου να διασφαλίσουμε καλύτερο μέλλον για εμάς και για τα παιδιά μας στην αυριανή κοινωνία.

Β.
Ζητήματα σχετικά με την απόκλιση του συστήματος
 μονογονεϊκής

επιμέλειας από τις επιταγές της ισότητας

Η δεύτερη πρόταση της Εισήγησης εντοπίζεται στην διατύπωση της αιτιώδους συνάφειας, η οποία διατυπώνεται ως εξής: η υφιστάμενη ανισότητα στην νομική και δικαστική αντιμετώπιση των διαφορών επιμέλειας μεταξύ των γονέων (αίτιο), οδηγεί την οικογένεια σε ανισορροπία και στην ανάπτυξη κρίσιμης παθολογίας και, εν τέλει, και στην διάλυσή της (αποτέλεσμα).
Β.1.
Ανισότητα στις προσωπικές σχέσεις
και στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των γονέων
Συστηματικά, θα λέγαμε ότι η ανισότητα εκδηλώνεται σε δύο τομείς: στις «προσωπικές σχέσεις» και στις «οικονομικές σχέσεις» των χωρισμένων γονέων, σε σχέση με τα παιδιά τους. Όσον αφορά την ανισότητα στις «προσωπικές σχέσεις», αυτή αναφέρεται στην πιθανότητα, μετά την διάλυση της συμβιωτικής σχέσης των γονέων, να περιέλθει το παιδί στην «επιμέλεια» του ενός ή του άλλου γονιού. Μια πιθανότητα 99% υπέρ της μητέρας σημαίνει ότι, πρακτικά με βεβαιότητα, το παιδί, μετά από τον ενδεχόμενο χωρισμό των γονιών του θα περιέλθει «κατά πλήρες επιμελείας δικαίωμα» στην μητέρα του. Όσον αφορά τις «περιουσιακές σχέσεις», ζητήματα προκύπτουν από τον θεσμό της διατροφής, όπως λειτουργεί σήμερα.
Η λειτουργία του θεσμού της διατροφής, όμως, είναι παρεπόμενη της λειτουργίας του θεσμού της επιμέλειας.
Έτσι, και παρ’ όλο που, συχνά, στις αντιδικίες μεταξύ γονέων για τα παιδιά, η διατροφή εξελίσσεται σε μείζον ζήτημα, η βασική ανισότητα προκύπτει απευθείας σε επίπεδο προσωπικών σχέσεων.
Β.2.
Η ρύθμιση του Αστικού Κώδικα
Η εμπειρική αυτή πραγματικότητα, δεν προκύπτει άμεσα από τις ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα. Στον Αστικό Κώδικα, η διατύπωση του νόμου είναι τέτοια, ώστε ο τρίτος αναγνώστης να μπορεί να εκλάβει ότι ο πατέρας και η μητέρα διεκδικούν το παιδί επί ίσοις όροις[10]. Όμως, αυτή η καταρχήν νομική «ισότητα», δεν φτάνει στον χωρισμένο γονιό: πατέρα ή μητέρα. Αυτοί, τόσο όσο διαρκεί η συμβίωσή τους, όσο και όταν έχει διακοπεί, γνωρίζουν ότι, πρακτικά, το παιδί θα περιέλθει στην μητέρα.
Β.3.
Αναζήτηση του νομικού μηχανισμού της απόκλισης της πράξης
από τις επιταγές της ισότητας: ένας λανθάνων μείζων συλλογισμός
Μια a posteriori διαπίστωση, η οποία αποκλίνει από τις γνωστές μας a priori προτάσεις (αν θεωρηθούν τέτοιες οι νομικές, και ιδίως οι συνταγματικές ρυθμίσεις) σε ένα τόσο υψηλό ποσοστό (99% έναντι «θεωρητικού» 50%), δεν είναι γνήσια εμπειρική. Ειδικότερα, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επί τη βάσει ότι το 99% των μητέρων είναι πρακτικά καταλληλότερες να μεγαλώσουν τους βλαστούς τους από το 99% των πατέρων. Αυτά, όσον αφορά τους δικαζόμενους. Επίσης, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την υπόθεση της «προκατάληψης» του δικαστή, ενόψει και του ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς είναι, σήμερα, σε όλο και μεγαλύτερο ποσοστό, κυρίες (οι Εισαγγελείς ανηλίκων σχεδόν αποκλειστικά κυρίες)[11]. Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί στην προοδευτική ανάπτυξη μιας λανθάνουσας a priori πρότασης, η οποία ΠΑΡΑΓΕΙ μια τέτοια πρακτική.
Πρόκειται για μια λανθάνουσα «μείζων πρόταση», η οποία έχει διεισδύσει στις σχετικές δικαστικές κρίσεις, μέσω της γενικότατης έννοιας του «συμφέροντος του τέκνου».
Αυτή είναι: «το συμφέρον του τέκνου είναι να μείνει με την μητέρα του». Ειδικότερα μορφή είναι: «το συμφέρον του μικρής ηλικίας τέκνου είναι να μείνει με την μητέρα του».
Λόγω του γενικού και αφηρημένου χαρακτήρα της, τέτοια πρόταση δεν συνιστά «πραγματική διαπίστωση» του δικαστηρίου, αφού η τελευταία, πάντοτε και εξ ορισμού, αναπαράγεται εξαρχής (da capo) σε κάθε δίκη, με βάση το υλικό της δικογραφίας.
Συνιστά μια οιονεί νομική ρύθμιση, νομολογιακά διαμορφωμένη, μια οιονεί «γενική αρχή του οικογενειακού δικαίου», κατ’ αναλογία με τις «γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου».
Έτσι, οι σχετικοί δικανικοί συλλογισμοί στις αποφάσεις επί οικογενειακών υποθέσεων διαμορφώνονται, σχεδόν τυπικά, με την εξής λογική δομή:
1. Μείζων συλλογισμός: το συμφέρον του ανήλικου τέκνου είναι να μείνει με την μητέρα του
2. Ελάσσων συλλογισμός: το τέκνο είναι ανήλικο
3. Συμπέρασμα: άρα, το τέκνο θα μείνει με την μητέρα του.
Β.4.
Μια ταξινόμηση των δικαστικών αποφάσεων
σε ζητήματα επιμέλειας
Στην πράξη, σπάνια οι δικαστικές αποφάσεις σε ζητήματα επιμέλειας περιορίζονται στην διατύπωση «καθαρού» ενός τέτοιου δικανικού συλλογισμού. Ο δικανικός αυτός συλλογισμός προκύπτει με αφαιρετική νοητική εργασία, ως κοινός τόπος ενός πλήθους δικαστικών σκέψεων και αιτιολογιών, με τις οποίες ο δικαστής εξετάζει τους ισχυρισμούς, τα αποδεικτικά μέσα κ.τ.λ. των δικαζομένων, επιλέγει, διαλέγει, κρίνει, διατυπώνει τις «διαπιστώσεις του». Στην πραγματικότητα, ο μεγαλύτερος όγκος του παραπάνω υλικού αντιπροσωπεύει, τις περισσότερες φορές, έναν όλως δευτερεύοντα παράγοντα της δικαστικής κρίσης.
Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τις σχετικές αποφάσεις, συνολικά, σε τρεις κατηγορίες:
1. Το «επειδή» καθορίζει το «δια ταύτα». Η συγκεκριμένη μητέρα προκύπτει στην συζήτηση όντως καταλληλότερη από τον συγκεκριμένο πατέρα για να αναθρέψει το ή τα τέκνα. Ορθή ή εσφαλμένη, δίκαιη ή άδικη, η απόφαση αυτή, παράγεται από την δίκη που διεξήχθη, όπως αυτή διεξήχθη, είναι μια απόφαση γνήσια, και τηρεί τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης.
2. Το «δια ταύτα» της απόφασης καθορίζει το «επειδή». Οι ισχυρισμοί και τα αποδεικτικά μέσα της μητέρας, κρίνονται πειστικότερα, όχι επειδή πείθουν πράγματι περισσότερο, αλλά επειδή η πρόκρισή τους θα οδηγήσει στην απόδοση του παιδιού στην μητέρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η μητέρα, που κερδίζει, είναι «καλύτερη» ή «χειρότερη» από τον πατέρα, που χάνει. Σημαίνει, απλώς, ότι η λογική σειρά του δικανικού συλλογισμού έχει αντιστραφεί και, συνεπώς, σε έσχατη ανάλυση, το πρωτογενές υλικό δεν κρίθηκε da capo, εξαρχής, αλλά εκκινώντας από το συμπέρασμα. Κατά τούτο, η δικαστική κρίση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί (έστω: «εκ πλαγίου») νοθευμένη.
3. Το «επειδή» δεν αρκεί για να επιλεγεί κάποιος από τους δύο γονιούς. Είναι ομάδα αποφάσεων που κρίνουν ότι: «και οι δυο γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, και οι δυο γονείς είναι καλοί ή κατάλληλοι». ΑΛΛΑ: το συμφέρον του τέκνου, ενόψει και της μικρής ηλικίας του, επιβάλλει να αποδοθεί στην μητέρα. Στην τρίτη αυτή κατηγορία, ο λανθάνων κανόνας εκφράζεται με την πιο απτή μορφή του.
Είναι φανερό ότι ο δικηγόρος της πράξης, ο δικαζόμενος (πατέρας και μητέρα), και ο δικαστής, πάνε να «δικάσουνε» τις σχετικές δίκες ενόψει του παραπάνω οιονεί νομικού δεδομένου, δηλαδή μιας ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΦΗΡΗΜΕΝΗΣ ανισότητας του πατέρα έναντι της μητέρας, ως προς την ΝΟΜΙΚΗ, πλέον, δυνατότητα, να περιέλθει σ’ αυτούς η επιμέλεια του παιδιού.
Β.5.
Η παραβίαση της αρχής της ισότητας των γονέων στην σχέση τους
με το παιδί τους, έναντι του νόμου και έναντι του δικαστηρίου
Επισημαίνεται το αυτονόητο για τον νομικό: ότι η πρακτική αυτή βεβαιότητα, της «απόδοσης του παιδιού» στην μητέρα, και συνεπώς της «αφαίρεσής» του από τον πατέρα, δημιουργεί, αναμφισβήτητα, μια ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ των γονέων έναντι του νόμου, και έναντι των δικαστηρίων. Και μάλιστα, μια ανισότητα εξαιτίας του φύλου τους. Το παραπάνω «εμπειρικό» γεγονός, θα εκτιμηθεί σε σχέση με την βασική αρχή της ισότητας των Ελλήνων έναντι του νόμου, και ειδικότερα το άρθρο 4 § 2 του Συντάγματος: «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Είναι φανερό, όμως, ότι, στην περίπτωση του χωρισμένου ζευγαριού, Έλληνες και Ελληνίδες δεν έχουν, πρακτικά, τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις απέναντι στα παιδιά τους, αφού το παιδί περιέρχεται, περίπου κατά πλήρη εξουσία, στην μητέρα. Τα ίδιο, από την άποψη της ΕΣΔΑ, η παραπάνω ανισότητα εκτιμάται με βάση τον συνδυασμό των άρθρων 8 (προστασία των οικογενειακών δικαιωμάτων) και 14 (ίση απόλαυση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, ασχέτως φύλου).
Ζήτημα μπορεί να τεθεί και με βάση το άρθρο 14 § 1 του ΔΣΑΠΔ, όπου καθιερώνεται ρητά η «ισότητα έναντι των δικαστηρίων». Αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, ζήτημα έννομης τάξης. Η έννομη τάξη περιλαμβάνει την ρύθμιση της κοινωνικής πραγματικότητας κατά τρόπο σύμφωνο προς το ιεραρχημένο σύστημα των νόμων. Νόμοι στα χαρτιά μόνον, δεν συνιστούν έννομη τάξη.
Καθ’ υποφοράν επισημαίνεται ότι, η παραβίαση της ισότητας, εδώ, δεν μπορεί να παρακαμφθεί με επίκληση στην «ανομοιότητα» ή την «διαφορετικότητα» των ρόλων του πατέρα και της μητέρας. Μια τέτοια, πρόταση στηρίζεται σε ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ. Σήμερα, εκτός από τον θηλασμό, ο πατέρας μπορεί να αναλάβει απέναντι στο παιδί του όλους τους ρόλους και λειτουργίες που μπορεί και η μητέρα. Κοινωνικά, η μητέρα εργάζεται, όπως και ο πατέρας. Το παιδί μπορεί να αναπτύξει πρώιμο δεσμό, τόσο με τον ένα, όσο και με τον άλλο γονιό του. Συνεπώς, κανενός παιδιού, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, το «συμφέρον» δεν είναι, ΓΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΦΗΡΗΜΕΝΑ, να παραδοθεί τυφλοίς όμμασι στην μητέρα του.
Β.6.
Οι επιπτώσεις της ανισότητας του συστήματος μονογονεϊκής επιμέλειας
στην διατάραξη της οικογενειακής ισορροπίας και στην δημιουργία
ή την όξυνση της οικογενειακής παθολογίας
Ειδικότερα, το σύστημα μονογονεϊκής επιμέλειας, ενόψει της ανισότητας του πατέρα έναντι της μητέρας στην διεκδίκηση της επιμέλειας του παιδιού, επιδρά σε όλο το φάσμα των σχέσεων των γονέων, τόσο πριν να γίνουν γονείς, όσο και μετά. Και αυτό συμβαίνει στο πλαίσιο της εκτεταμένης παθολογίας της σημερινής οικογένειας[12]. Τούτο διότι, όταν αναφερόμαστε στην δικαστηριακή πράξη, δεν αναφερόμαστε στην υγιή οικογένεια. Η υγιής οικογένεια μπορεί να συνεχίσει την πορεία της, απρόσκοπτη, ανεξαρτήτως των προβλημάτων του νομικού και του δικαιοδοτικού συστήματος στο οποίο διαβιώνει. Στα δικαστήρια, όμως (αναλόγως: στον ψυχίατρο) φτάνει η παθολογία της οικογένειας. Συνεπώς, και με τους νόμους πρέπει να προβλέψουμε τους παράγοντες εκείνους που οδηγούν σε δυσλειτουργικές οικογένειες, ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, διάσταση, διάλυση, δίκες, πόλεμο, καταστροφή, έγκλημα. Αν θα προσεγγίζαμε με αναλυτική διάθεση την έννοια της «υγείας» και της «παθολογίας», θα φτάναμε στις έννοιες της ισορροπίας και της ανισορροπίας. Στην υγιή οικογένεια, οι δυνάμεις που αναπτύσσονται ισορροπούν, ώστε να συντονίζονται προς την κατεύθυνση της εκπλήρωσης των λειτουργιών της οικογένειας. Το σύστημα μονογονεϊκής επιμέλειας, ενόψει της πρακτικής ανισότητας, είναι φανερό ότι επιδρά σε αυτήν ακριβώς την ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ, με την εισαγωγή ενός ισχυρότατου παράγοντα ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΊΑΣ: της νομικής ανισότητας. Στο παραπάνω πλαίσιο, η επίδραση του άνισου νομικού καθεστώτος μεταξύ των γονέων, είναι ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΗ.[13] Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι οι διαλυτικές δυνάμεις σε μια οικογένεια – ίσως στις περισσότερες οικογένειες – υπάρχουν. Η εν λόγω νομική ανισότητα επιδρά ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΑ σε οικογένειες με εύθραυστη ισορροπία, με ασθενείς δεσμούς μεταξύ των μελών, με τα προβλήματα που δημιουργεί σήμερα η χρόνια ανωριμότητα πολλών μελών της κοινωνίας μας, η ατελέστατη προσωπική ανάπτυξη επίσης πολλών συζύγων, η έλλειψη σταθερών και ενιαίων ιδεών, αρχών, μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου, η οικονομική κρίση και γενικότερα οι προσωπικές κρίσεις που ΤΕΙΝΟΥΝ στην διασάλευση κάθε έννοιας ισορροπίας.

Β.7.
Η καταλυτική επίδραση της ανισότητας στις οικογενειακές σχέσεις:
η υποκίνηση της διάλυσης του γάμου από πλευράς της γυναίκας
Πρακτικά, το σύστημα της μονογονεϊκής επιμέλειας υπό συνθήκες ανισότητας, καταλύει τις οικογενειακές συγκρούσεις προς τις εξής κατευθύνσεις.
1. Ενόσω διαρκεί η συμβιωτική σχέση των γονιών, ο πατέρας είναι άνισος απέναντι στην μητέρα. Διότι η πατρική του σχέση προς το παιδί εξαρτάται απόλυτα από την καλή θέληση της μητέρας. Η μητέρα μπορεί να τον αποβάλει, ανά πάσα στιγμή, από την οικογένεια, και να σχηματίσει μια νέα οικογένεια, αποτελούμενη από το παιδί και την ίδια, μαζί με τους συγγενείς της που αυτή θα επιλέξει. Ο πατέρας, συνεπώς, και ΚΑΘΕ πατέρας, νομικά, είναι πατέρας υπό αίρεσιν. Η ευχέρεια της μητέρας να τον αποβάλει από τον πατρικό του ρόλο, δηλαδή να του επιβάλει μια capitis deminutio με μονομερή δικαστική ενέργειά της (κατάθεση αγωγής ή ασφαλιστικών μέτρων) καταλήγει σε μείωση του πατρικού ρόλου και της σημασίας του, μέσα στην οικογένεια, και ενόσω αυτή λειτουργεί. Ο πατέρας δεν μπορεί να «διαπραγματευτεί», ή διαπραγματεύεται από αποδυναμωμένη θέση, την σχέση του με το παιδί, την διαπαιδαγώγηση του παιδιού, τις εκπαιδευτικές του αντιλήψεις, τον σωφρονισμό του παιδιού, την αγάπη του παιδιού, την επαφή με το παιδί, την εικόνα του απέναντι στο παιδί. Όλα αυτά, ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Και αυτό, επειδή η εναλλακτική λύση που του παρουσιάζεται είναι η διάλυση της οικογενείας, και η οριστική απομάκρυνσή του από το παιδί ή τα παιδιά του. Συνεπώς, η νομική ανισότητα και η διασάλευση της ισορροπίας οδηγούν άμεσα στην ανάπτυξη οικογενειακής παθολογίας, με διαλυτικές τάσεις.
2. Η ίδια ανισότητα παρωθεί προς την διάλυση της οικογένειας, από την πλευρά των γυναικών. Η δυνατότητα της μητέρας, ανά πάσα στιγμή, να αποβάλει τον πατέρα, και να παραμείνει μόνη της, σε αποκλειστική σχέση εξουσίας και «κατοχής» του παιδιού της, αποτελεί ένα ΚΙΝΗΤΡΟ για την διάλυση του γάμου. Ένα κίνητρο όπως όλα τα κίνητρα, ένα κίνητρο ανάμεσα σε άλλα. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων που γνωρίζουμε, οι γάμοι έχουν διαλυθεί με πρωτοβουλία της γυναίκας. Ιδίως εάν ο πατέρας του παιδιού εκληφθεί ως ανταγωνιστής της μητέρας στην αγάπη του, και η σχέση πατέρα – μητέρας δεν είναι η καλύτερη ή η λειτουργικότερη, τότε ο γάμος είναι καταδικασμένος. Ή όταν, σε μια οικογένεια, οι γονείς, χωρίς να έχουν αξιόλογο δεσμό μεταξύ τους, διαφωνούν για την ανατροφή των παιδιών. Ή έχουν ανταγωνισμό ως προς την αγάπη των παιδιών, την επαφή τους, την επιρροή πάνω στα παιδιά. Η διαπραγματευτική θέση της γυναίκας, σε όλες αυτές τις εν δυνάμει συγκρούσεις, είναι ότι μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να διώξει τον πατέρα από το σπίτι και την οικογένεια, προκειμένου να απαλλαγεί από την παρουσία του, και να μεγαλώσει τα παιδιά μόνη της. Η πλεονεκτική θέση της γυναίκας, τότε, την θέτει ανά πάσα στιγμή ενώπιον μιας «συμφέρουσας» επιλογής: διώχνει τον πατέρα από το σπίτι, και απολαμβάνει την αποκλειστικότητα στην ανατροφή των παιδιών, αποκλειστικό δικαίωμα σε όλα τα ζητήματα εκπαίδευσης, υγείας, αγάπης, και, κυρίως, ΕΠΙΡΡΟΗΣ, τα οποία, όσο ήταν ο πατέρας στο σπίτι, αμφισβητούνταν.
3. Επιπλέον κίνητρο για την διάλυση της οικογένειας, από μέρους της μητέρας, είναι ότι αυτή επάγεται αξιόλογα οικονομικά οφέλη για την τελευταία. Στην διατροφή που επιδικάζουν τα δικαστήρια, και στην οποία, ρητά σιωπηρά, προστίθεται και ένα μερίδιο το οποίο θα οικειοποιηθεί η μητέρα. Πρόκειται για τις «αποτιμητές σε χρήμα» υπηρεσίες της μητέρας στο μεγάλωμα του παιδιού. Τα κονδύλια που επιδαψιλεύονται σε τέτοιες περιπτώσεις, στις μητέρες που μεγαλώνουν τα παιδιά τους, αντιστοιχούν, μερικές φορές, στα εισοδήματα ολόκληρης τετραμελούς οικογένειας[14]. Οι μητέρες αποσπούν από τον πατέρα του παιδιού τους, όταν έχουν χωρίσει, πολύ περισσότερα απ’ όσα θα του έπαιρναν σε καθεστώς γαμήλιας συμβίωσης.
Μετά τον χωρισμό, ενισχύεται ασύγκριτα, σε σχέση με ό,τι ίσχυε πριν τον χωρισμό, ο μηχανισμός απόσπασης των χρημάτων της «διατροφής» από τον πατέρα. Ειδικότερα, για την απόσπαση των χρημάτων αυτών, οι μητέρες έχουν στην διάθεσή τους την αναγκαστική εκτέλεση κατά την πολιτική δικονομία, αλλά και την ποινική καταδίωξη του πατέρα του παιδιού τους, κατά την ποινική δικονομία. Ενώ τις ίδιες, κανείς δεν τις ελέγχει αν θα δαπανήσουν την «διατροφή» που παίρνουν για το παιδί τους ή για τον εαυτό τους. Όλα αυτά, είναι πλεονεκτήματα της χωρισμένης μητέρας έναντι αυτής που συμβιώνει με τον πατέρα του παιδιού της, σε γάμο ή εκτός αυτού. Ένα επιπλέον, ΚΙΝΗΤΡΟ, οικονομικής φύσεως, για να ζητήσει η μητέρα την διάλυση της οικογένειας, με την αποβολή, από αυτήν, του πατέρα. Καμία κοινωνία δεν μπορεί, συνεπώς, να παραβιάζει τις βασικές αρχές της και ισορροπίες, όπως, εδώ, την βασική και θεμελιώδη στις δημοκρατικές κοινωνίες αρχή της ισότητας, χωρίς κυρώσεις. Καθιερώνοντας την ανισότητα, το σύστημα οικογενειακού δικαίου, διασαλεύει κρίσιμα τις ενδοοικογενειακές ισορροπίες, και οδηγεί τις οικογένειες σε διάλυση.
Β.8.
Πρόταση αντιμετώπισης: νομοθετική εξειδίκευση
της αόριστης νομικής έννοιας του «συμφέροντος του παιδιού»
Στην Εισήγηση, το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζεται με την ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ της υπερβολικά αόριστης νομικής έννοιας του «συμφέροντος του τέκνου». Η εξειδίκευση επιχειρείται με μια σειρά απτά, συγκεκριμένα, μετρήσιμα κριτήρια, χωρίς να αφαιρείται από τον δικαστή ένα εύλογο περιθώριο εκτίμησης της κατάστασης.
Δύο τέτοιες κατηγορίες κριτηρίων προτείνονται:
(α) Κριτήρια μετάπτωσης σε καθεστώς μονογονεϊκής επιμέλειας ορίζονται ειδικά, στο σχέδιο, ως εξής:
1. Κατ’ εξακολούθηση υπαίτια παραβίαση των αποφάσεων του οικογενειακού διαιτητικού δικαστηρίου από τον ένα γονέα.
2. Έλλειψη συνεργασιμότητας του ενός γονέα με τον άλλο για τα ζητήματα της κοινής επιμέλειας.
3. Απόπειρα, ενέργειες ή προσπάθειες του ενός γονέα να αποξενώσει το παιδί από τον άλλον.
4. Αποδεδειγμένη κατ’ εξακολούθηση αδιαφορία για το παιδί.
5. Μονομερείς επιλογές, ενέργειες ή πράξεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ψυχοσωματική υγεία ή την ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη του παιδιού.
6. Έκθεση του παιδιού σε επικίνδυνο περιβάλλον, σε πράξεις, ενέργειες ή επιδράσεις βλαβερές ή επικίνδυνες για την ψυχοσωματική υγεία και ανάπτυξή του.
7. Καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της επιμέλειας, από ουσιαστική άποψη.
8. Κατάχρηση μπορεί να γίνει και στις δικονομικές δυνατότητες για ζητήματα επιμέλειας.
(β) Κριτήρια επιλογής γονιού, στην περίπτωση μετάπτωσης σε καθεστώς μονογονεϊκής επιμέλειας, που είναι τέσσερα:
1. Η γνώμη του παιδιού, με ειδικότερες διακρίσεις (βλ. σχέδιο)[15].
2. Κριτήρια προτίμησης ενός γονιού: η επιμέλεια ανατίθεται κατά προτίμηση στον γονέα, ο οποίος αποδεδειγμένα έχει συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου, έχει επιδείξει συνεργασιμότητα στα ζητήματα της κοινής εν διαστάσει επιμέλειας, κ.τ.λ. (βλ. σχέδιο που ακολουθεί).
3. Κριτήρια αποκλεισμού ενός γονιού: Η επιμέλεια δεν ανατίθεται στον γονέα ο οποίος αποδεδειγμένα έχει δυστροπήσει στην εφαρμογή των αποφάσεων του διαιτητικού δικαστηρίου, έχει αδιαφορήσει για το παιδί του και τα ζητήματα της επιμέλειας, έχει προσπαθήσει να αποξενώσει το παιδί από τον άλλο γονέα ή να του δημιουργήσει αισθήματα μίσους, καταφρόνησης ή αποξένωσης, έχει παρεμποδίσει τον άλλο γονέα στην άσκηση των δικαιωμάτων της επιμέλειας ή της επικοινωνίας του, έχει επιδείξει εξακολουθητική δυστροπία στα ζητήματα της συνεργασίας με τον άλλο γονέα ή με τον συμπαραστάτη επιμέλειας του παιδιού για τις αναγκαίες κοινές αποφάσεις σχετικά με τα ζητήματα της επιμέλειας, έχει προβεί σε μονομερείς επιλογές που έχουν θέσει σε κίνδυνο την ψυχοσωματική υγεία ή ανάπτυξη του παιδιού, έχει εκθέσει το παιδί σε επικίνδυνα περιβάλλοντα ή πρόσωπα ή ενέργειες, και γενικά έχει ασκήσει καταχρηστικά τα δικαιώματα της επιμέλειας.
4. Και μια κατοχύρωση της ισότητας των φύλων σε επίπεδο κοινού νόμου: Η ηλικία και το φύλο του παιδιού και του γονέα δεν αποτελούν νόμιμα κριτήρια για την προτίμηση του ενός γονέα έναντι του άλλου στην ανάθεση της μονογονεϊκής επιμέλειας.
Β.9.
Η ανάγκη «εκπαίδευσης των δικαζομένων» σε νέα κριτήρια
στις οικογενειακές υποθέσεις
Στα παραπάνω κριτήρια συνοψίζεται, κατά πολύ, η βασική αντίληψη που εμπνέει την όλη Εισήγηση. Προσωπικά, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, εάν ο Έλληνας δικαστής (ανεξαρτήτως φύλου!) δικάσει με έναν τέτοιο νόμο, μεγάλο μέρος των ενεστώτων προβλημάτων θα εκλείψουν. Όμως, αυτό που κυρίως σκοπείται είναι κάτι άλλο: η εκπαίδευση των δικαζομένων σε νέες αρχές, και η διάχυση στην κοινωνία νέων κανόνων συμπεριφοράς. Εάν η συνεργασιμότητα οριστεί ως πλεονέκτημα απέναντι στον άλλον, και η έλλειψη συνεργασιμότητας, η δημιουργία αποξένωσης προς τον άλλο, η αδιαφορία, η έκθεση του παιδιού σε κίνδυνο, οριστούν ως μειονεκτήματα, τότε δίνουμε σαφές μήνυμα στον δικαζόμενο και στην κοινωνία, ποιες συμπεριφορές να αποφεύγει, και ποιες να επιδιώκει. Και εδώ επισημαίνω την προτεινόμενη ρύθμιση με βάση την οποία, στην κατάχρηση των δικονομικών δυνατοτήτων, συναρτώνται δυσμενείς ουσιαστικές συνέπειες. Κάτι που η Νομολογία δεν θέλησε να δεχτεί σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 116 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εδώ εισάγεται ως ουσιαστική διάταξη, για να ενθαρρύνει την συνεργασία των γονέων για τις ανάγκες της κοινής εν διαστάσει επιμέλειας.
Β.10.
Το ειδικό ζήτημα της αντιδικίας για την διατροφή
Επισημαίνεται ότι, σήμερα, τα δικαστήρια δίνουν σπανιότερα «διατροφή» στην χωρισμένη γυναίκα. Οι κύριες διαφορές μεταξύ χωρισμένων γονιών αφορούν την «διατροφή του τέκνου»[16]. Όσον αφορά τις «περιουσιακές σχέσεις» μεταξύ χωρισμένων γονιών, ο θεσμός της διατροφής, όπως εφαρμόζεται σήμερα, μπορεί να σημαίνει ότι η μητέρα θα αποσπά από τον πατέρα του παιδιού της, μετά τον χωρισμό, ένα τακτικό ποσό για την «διατροφή του παιδιού» τους. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί, συχνά, σε περισσότερα απ’ όσα η μητέρα αποσπούσε από τον πατέρα, διαρκούσης της εγγάμου συμβιώσεως. Το κύριο μέτρο που προτείνεται εδώ, είναι η δυνατότητα αυτού που δίνει την διατροφή, να ζητήσει λογοδοσία. Δίνονται τα λεφτά στο παιδί; Ή σε προσωπικές ανάγκες του έχοντος την επιμέλεια γονιού; Αυτός που λαμβάνει την διατροφή, συνεπώς, θα υποχρεούται να παρέχει λογοδοσία, κατά το άρθρο 303 Α.Κ., δηλαδή: λογαριασμό, αντιπαράθεση εσόδων και εξόδων, αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης, επισύναψη δικαιολογητικών. Πιστεύω ότι, και χωρίς την πρόβλεψη ειδικής διάταξης στο κεφάλαιο περί διατροφής, το άρθρο 303 Α.Κ. θα μπορούσε να εφαρμοστεί, ούτως ή άλλως, στις περιπτώσεις διατροφής παιδιού, που δίνεται από τον ένα γονιό στον άλλον. Πλην όμως, επειδή η διάταξη του άρθρου 303 Α.Κ. είναι αρκετά γενική, ενώ επί διατροφής θα μπορούσαν να διευκρινιστούν ειδικά ζητήματα, όπως της νομιμοποίησης, κ.τ.λ.
Εξάλλου, προσωπικά δεν γνωρίζω περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 303 Α.Κ. στις διατροφές, ενώ, εάν φανταστούμε την – εντονότατη, πολλές φορές – αντιδικία για το ύψος της διατροφής, να μετατίθεται στα αποτελέσματα μιας λογοδοσίας, θα αντιληφθούμε ότι όλη η ποιότητα των σχετικών δικών – και αποφάσεων – θα αλλάξει ριζικά: από το υποθετικό, θα έχουμε μεταβεί στο πραγματικό, και από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Εάν ο τελικά ωφελούμενος είναι, όντως, το παιδί, και όχι ο «έχων την επιμέλεια» γονιός, η διατροφή θα πάψει να είναι αποτέλεσμα ανισότητας, αλλά και κίνητρο διάστασης ή διαζυγίου για την μητέρα.

Γ.
Ζητήματα από την εφαρμογή του δόγματος της αστικής αντιδικίας

στις οικογενειακές υποθέσεις

Η τρίτη πρόταση της Εισήγησής μου έγκειται στον εντοπισμό της επίδρασης του δόγματος της αστικής αντιδικίας, ως ενός σημαντικότατου παράγοντα ενίσχυσης του συγκρουσιακού στοιχείου στις οικογενειακές υποθέσεις: της αντιδικίας ως ενός φαύλου κύκλου του οικογενειακού δικαίου, ο οποίος πρέπει να διασπαστεί.
Γ.1.
Το δίκαιο των ιδιωτικών διαφορών
Το αστικό δίκαιο, και η πολιτική δικονομία, ως δίκαιο των ιδιωτικών διαφορών, αναπτύσσεται γύρω από δύο κύριους άξονες:
(α) Την ιδιωτική πρωτοβουλία,
(β) Την διαφορά, δηλαδή την αντιδικία.
Αυτό είναι – με ελάχιστες ειδικές ρυθμίσεις – το δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στην πράξη του οικογενειακού δικαίου.
Όμως, ένα δίκαιο της ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑΣ, ταιριαστό καταρχάς σε διαφορές νομής, κυριότητας, κληρονομικές, εργολαβικών συμβάσεων, δανείων, προσβολών της προσωπικότητας, αδικαιολογήτου πλουτισμού, υποχρέωσης περιουσιακής και μη αποζημίωσης και, κυρίως, ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΩΝ, δεν επεκτείνεται, χωρίς σοβαρές συνέπειες, στις – ολωσδιόλου διαφορετικής φύσεως – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ και, ακόμα περισσότερο, στις υποθέσεις που αφορούν την ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΣ[17].
Γ.2.
Περί αστικού δικαιικού δόγματος
Είναι φανερό ότι, η συζήτηση αυτή, αναπτύσσεται σε επίπεδο δικαιικού δόγματος. Στο ποινικό δίκαιο, ο Καθηγητής κ. Νικόλαος Ανδρουλάκης, έχει τονίσει επαρκώς, στα κείμενά του, την έννοια του Ποινικού Δόγματος. Στο αστικό δίκαιο, η ανάλογη έννοια, του Αστικού Δόγματος, αν και τονίζεται λιγότερο, είναι εξίσου υπαρκτή. Ένα «δόγμα» δεν συμπίπτει με ένα αξιωματικό σύστημα, μια γεωμετρία. Στο δόγμα – αντίθετα με ό,τι σε ένα αξιωματικό σύστημα – οι αναπόδεικτες προτάσεις δεν είναι οι ελάχιστες δυνατές, δεν απαντώνται μόνον στην αρχή, αντιθέτως: μπορούν να απαντηθούν και στην αρχή, όπως και στο τέλος, οι προτάσεις είναι περισσότερο αξιακής φύσεως, παρά λογικής. Ομοίως, αξιακής φύσεως, παρά λογικής, είναι και η συνοχή του δόγματος. Οι επί μέρους προτάσεις του δόγματος δεν συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις λογικής συνεπαγωγής, αλλά αξιακής συμβατότητας.
Γ.3.
Το δικαιικό δόγμα ως υπόθεση, η οποία τείνει να δημιουργεί
τους όρους της επαλήθευσής της
Στο σημείο αυτό, θα διατυπώσω μια πρόταση: ένα ΔΟΓΜΑ είναι μια ΥΠΟΘΕΣΗ, η οποία τείνει να δημιουργεί ΤΟΥΣ ΌΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗΣ ΤΗΣ[18]. Ένα δόγμα, είναι μια πραγματικότητα, που εισέρχεται σε μια πραγματικότητα. Λόγω της μη λογικής φύσης του, αλλάζει την πραγματικότητα, την αλλοιώνει, την προσαρμόζει. Με αυτόν τον τρόπο, το δόγμα της ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ, εισερχόμενο στην πραγματικότητα της ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ, την αλλοιώνει. Για παράδειγμα, έρχεται μια κυρία σε έναν δικηγόρο. Θέλει να διώξει τον άντρα της από το σπίτι. Διαφορές, οικονομικής φύσεως. Και συζυγική αποξένωση. Θα ακούσει τις εξής προτάσεις:
- Θα πούμε ότι σε δέρνει. - Μα δεν με δέρνει!!! - Θα πούμε ότι σε βρίζει. - Μα δεν με βρίζει!!! - Θα πούμε ότι μεθάει. - Μα δεν μεθάει!!! - Θα πούμε ότι γυρνάει με γυναίκες. - Μα δεν γυρνάει!!! - Και πώς θα τον βγάλουμε από το σπίτι;
Ο διάλογος αυτός επαναλαμβάνεται εκατοντάδες φορές σε εκατοντάδες δικηγορικά γραφεία. Το πού θα οδηγηθεί η ΚΑΘΕ υπόθεση, εξαρτάται από το επίπεδο των δύο μερών – του δικηγόρου και του διαδίκου. Είναι δικηγόροι, που μπορεί να μην κάνουνε αυτές τις ερωτήσεις. Είναι διάδικοι, που δεν δέχονται να πούνε ψέματα.
Όμως, τα ΖΗΤΗΜΑΤΑ που τίθενται στον παραπάνω διάλογο, δεν τίθενται από τον δικηγόρο – ούτε από τον διάδικο. Τίθενται από το σύστημα, δηλαδή το ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑΣ. Κι αν δεν το δει έτσι ο δικηγόρος – κι αν δεν το δει έτσι ο διάδικος – θα το δει ο αντίδικός του – κι ο συνάδελφος που θα αναλάβει τον τελευταίο.
Η αντιδικία, συνεπώς, είναι ένα αξιακό σύστημα, το οποίο τείνει να επαληθεύεται στην πράξη, επειδή ΑΝΑΠΑΡΑΓΕΤΑΙ. Ο άνθρωπος της νομικής πράξης, ο δικηγόρος, όπως και ο δικαστής, ο εισαγγελέας, ο διάδικος, βρίσκονται μπροστά στα ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ που θέτει ένα σύστημα. Και το ΕΡΩΤΗΜΑ, θα επισημάνω, από φιλοσοφική άποψη, εμπεριέχει, άλλως: ΥΠΟΒΑΛΛΕΙ την απάντησή του.
Γ.4.
Η ανεπάρκεια του δόγματος της αστικής αντιδικίας
για την αντιμετώπιση των οικογενειακών υποθέσεων
Στην ενίσχυση της αντιδικίας συντείνουν ορισμένες πρόδηλες ανεπάρκειες του αστικού δόγματος, όταν εφαρμόζεται στις οικογενειακές υποθέσεις.
(α) Με εξαίρεση ελάχιστες διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας, το σύστημα της εκδίκασης οικογενειακών διαφορών, είναι το σύστημα της αντιδικίας, το σύστημα της εκδίκασης αμφισβητουμένων δικαιωμάτων αστικής φύσεως. Ενόψει της διαφορετικής φύσεως των διαφορών αυτών, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα «μακρόχρονο δάνειο» των θεσμών της αστικής αντιδικίας στις οικογενειακές υποθέσεις, ενόψει του ότι οι οικογενειακές υποθέσεις δεν έχουν αναπτύξει τους δικούς τους θεσμούς, που να ταιριάζουν με τις ιδιομορφίες και τις ιδιαιτερότητές τους. Ένα «δάνειο», βέβαια – όπως πολλά δάνεια – με καταστροφικές συνέπειες.
(β) Εκδηλώνονται ανά πάσα στιγμή, εμφανείς ανεπάρκειες και ελλείψεις των ουσιαστικών και δικονομικών ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου, ιδίως στον τομέα της αναγκαστικής εκτέλεσης. Πράγματι, η αναγκαστική εκτέλεση στο οικογενειακό δίκαιο, δεν είναι ικανοποιητική, ούτε εφαρμόσιμη, όπως στο δίκαιο των περιουσιακών διαφορών και των άλλων αντιδικιών. Εδώ, δεν επιτρέπεται ο δικαστικός επιμελητής να «αφαιρέσει το τέκνο», ή να το «αποδώσει» στον «δικαιούχο γονέα». Οι προθεσμίες που είναι εύλογες για την ικανοποίηση μιας χρηματικής αξίωσης, είναι εντελώς ξένες και απαγορευτικές στις οικογενειακές υποθέσεις, όπου οι καταστάσεις είναι πιεστικές και ζητούν ΑΜΕΣΗ ρύθμιση. Δεν νοείται, εξάλλου, «αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση». Μια βαλίτσα, ένα δέμα, ένα πακέτο, ένα σπίτι, ένα χωράφι, ένα χρηματικό ποσό, αν το δώσεις στον αντίδικο, θα μπορούσες να το ζητήσεις πίσω. Ένα παιδί, δεν ξέρεις σε τι κατάσταση θα σου επιστραφεί. Και τι θα του έχει συμβεί στο μεταξύ.
(γ) Τις παραπάνω ανεπάρκειες και ελλείψεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οικογενειακές υποθέσεις, καλείται συχνότατα να αναπληρώσει το ποινικό δίκαιο, δηλαδή η ποινικοποίηση των υποθέσεων. Μηνύσεις για «κακόβουλη παραμέληση διατροφής», ενισχύουν τους γονείς που «δυστροπούν» στην καταβολή της διατροφής. Μηνύσεις για «παραβίαση δικαστικής απόφασης», αναπληρώνουν την ανεπάρκεια θεσμών που να διασφαλίζουν την επικοινωνία με το παιδί. Μηνύσεις για «αρπαγή ανηλίκου από ανιόντα», καλούνται να αναπληρώσουν επί του ποινικού πεδίου την αδυναμία αναγκαστικής εκτέλεσης για την «απόδοση του παιδιού» στον «έχοντα την επιμέλεια».
(δ) Περαιτέρω ποινικοποίηση των υποθέσεων, προκύπτει από την υποχρέωση του διαδίκου γονέα να αναδειχθεί καταλληλότερος του άλλου, ή να αποδείξει τον άλλον ακατάλληλο για την επιμέλεια ή την επικοινωνία του παιδιού του. Τέτοιες παράγωγες ποινικές υποθέσεις δεν είναι μόνον οι «συνήθεις» συκοφαντικές δυσφημίσεις, «εξυβρίσεις», «απλές σωματικές βλάβες», «ψευδείς καταμηνύσεις» και «ψευδορκίες», οι οποίες συναντώνται, στο κάτω – κάτω, σε όλες τις κατηγορίες αντιδικιών, και συνιστούν, σήμερα, τον συντριπτικό όγκο υποθέσεων που απασχολεί την δικαιοσύνη. Ψευδείς ή στημένες κατηγορίες για «αρπαγή» ή για «σεξουαλική παρενόχληση», ή για «έκθεση» των παιδιών από τους γονείς έρχονται να αναπληρώσουν την έλλειψη ουσιαστικών επιχειρημάτων για την διεξαγωγή της αντιδικίας.
Η παραπάνω κατάσταση, οδηγεί νομοτελειακά, πολλές χωρισμένες οικογένειες, στην άμετρη ποινικοποίηση των υποθέσεων. Τα ψεύδη που ξεκινούν από τις αστικές διαφορές, καθώς και οι άστοχες δικαστικές αποφάσεις, πολλαπλασιάζονται, και προκαλούν συγκρούσεις, οι οποίες διαιωνίζονται σε σωρεία δικών, καθώς και στην άμετρη ποινικοποίηση πολλών οικογενειακών υποθέσεων. Το ποινικό πεδίο, βέβαια, είναι απρόσφορο για την επίλυση των οικογενειακών διαφορών. Ωστόσο, οι περισσότερες από τις οικογενειακές διαφορές που έχουμε υπόψη μας έχουν ποινικοποιηθεί, με αληθείς ή ψευδείς καταγγελίες, πολλές φορές και κακουργηματικής μορφής, οι οποίες ξεκίνησαν, κατά κανόνα, στις αίθουσες των αστικών δικαστηρίων.
Γ.5.
Πρακτικές συνέπειες της οικογενειακής αντιδικίας
Αφού, με τον τρόπο αυτό, «εισέλθει» στην οικογένεια (ως «εισαγόμενη» από το δικαστικό σύστημα, το δικαιικό δόγμα), και εγκατασταθεί εκεί, η αντιδικία αναπαράγεται μέσα από έναν φαύλο κύκλο. Μάχαιραν έδωσες, μάχαιραν θα λάβεις: η αντιδικία θα δημιουργήσει αντιδικία, ο ψευδομάρτυρας ψευδομάρτυρα, η απάτη απάτη, η πίκρα πίκρα και, το χειρότερο, όλα αυτά εγγράφονται στην ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, αναπαράγονται σε ΚΕΙΜΕΝΑ, κείμενα δικογράφων, κείμενα ενόρκων βεβαιώσεων, κείμενα ενόρκων εξετάσεων, πρακτικά δικαστηρίων και, εν τέλει, δικαστικές αποφάσεις, αλλά όχι μόνον: και δημοσιεύματα εφημερίδων, τηλεοπτικές εκπομπές, κ.τ.λ. Όντως, είναι γνωστότατο στην νομική πράξη – και το γνωρίζουν άριστα και οι δικαστές – ότι οι οικογενειακές αντιδικίες είναι από τις οξύτερες που διεξάγονται, σήμερα, στα Ελληνικά δικαστήρια. Εδώ εντοπίζονται οι κύριες επιπτώσεις του ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ συστήματος της αντιδικίας, όταν εφαρμόζεται σε υποθέσεις που δεν ταιριάζουν στην φύση του, όπως τις οικογενειακές. Στο πλαίσιο της «αντιδικίας», ο γονιός, για να διασφαλίσει τα δικαιώματά του πάνω στο παιδί του, θα πρέπει να «νικήσει». Και για να «νικήσει», θα πρέπει να αντιδικήσει, και μάλιστα βίαια, με τον άλλο γονιό. Και τούτο, ενόψει του ότι, όπως επισημάνθηκε: Στο παραπάνω πλαίσιο, η αντιδικία επί του δικονομικού πεδίου είναι ένας ακόμα παράγων – μετά την ανισότητα επί του ουσιαστικού πεδίου – που επιδρά ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ στις σχέσεις των μερών. Η οικογενειακή δίκη γίνεται μια δίκη «φασόν» (σαν τα αυτοκίνητα και τις διαταγές πληρωμής) όπου, όμως, ο κάθε διάδικος κάνει τα πάντα, για να κατηγορήσει τον άλλο. Αλλιώς, πώς θα καταφέρει η γυναίκα να διώξει τον άντρα από το σπίτι; Πώς θα επιτύχει υψηλή διατροφή; Και πώς θα καταφέρει ο άντρας να εξαντλήσει τις πιθανότητές του – κάτω του 1% (!!!)- να πάρει αυτός την επιμέλεια του παιδιού του, ή να εξαναγκάσει την γυναίκα να τον αναγνωρίσει και να τον σεβαστεί σαν πατέρα του παιδιού της;
Έτσι, τα δικόγραφα των γαμικών διαφορών και των διαφορών για την επιμέλεια των τέκνων αποτελούν το πιο γόνιμο έδαφος για την καλλιέργεια κάθε είδους κατηγορίας, αλλά και ψεύδους, και συκοφαντίας του ενός γονέα προς τον άλλον. Η οικογενειακή δίκη είναι το κατ’ εξοχήν υπόδειγμα αντιδικίας όπου, οι αντίδικοι, «αδειάζουν και το μωρό μαζί με τα νερά του μπάνιου». Ο σκοπός – της «επιμέλειας», της «επικοινωνίας», του «παιδιού» ξεχνιέται, πολλές φορές ολοσχερώς, μπροστά στις ανάγκες ενός πολέμου, όπου κύριος στόχος είναι η εξόντωση του αντιπάλου[19]. Τα ψεύδη αυτά – ιδίως εάν αποκτήσουν επίσημη υπόσταση, σαν δικαστικές αποφάσεις – εγγράφονται στην οικογενειακή ιστορία, συγκροτούν, πλέον, την εικόνα του ενός γονιού απέναντι στον άλλον. Τα ίδια ψέματα διαχέονται προς τα παιδιά, στα οποία τα διδάσκει, εν είδει «κρυφού σχολιού», ο κάθε γονέας εις βάρος του άλλου, και αποτυπώνονται στον ψυχισμό και την ανάπτυξή του. Συμβαίνει, μερικές φορές, τα παιδιά να παραλαμβάνουν τα δικόγραφα που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι γονείς τους, ή να τους τα διαβάζουν οι ίδιοι οι γονείς τους, εμπλέκοντάς τα στην αντιδικία.
Γ.6.
Βασικές προτάσεις αντιμετώπισης της αρχής της αντιδικίας
στις οικογενειακές υποθέσεις
Για τον λόγο αυτό, στην Εισήγηση, δεν φειδωλευόμαστε στην έκταση των δομικών μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να αναδυθεί, μέσα από το σύστημα της αντιδικίας, ένα ΣΥΣΤΗΜΑ που να ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ αυτό καθ’ εαυτό, και να ΠΡΟΒΑΛΕΙ προς τα έξω διαφορετικές αρχές.
Σε τρία σημεία εντοπίστηκε, ιδίως, η προσπάθεια ρύθμισης, γι’ αυτό τον σκοπό:
(α) Τα ουσιαστικά κριτήρια της συζήτησης των υποθέσεων δεν είναι αυτά της αντιδικίας. Είναι, από πολλές απόψεις, τα αντίθετά τους.
(β) Τονίζεται ο δημόσιος χαρακτήρας του λειτουργήματος της ανατροφής των παιδιών.
(γ) Διατάσσονται οι βασικές δικονομικές αρχές, με βάση μια σειρά: αρχή:
(i) Πρώτα, την αρχή της συναίνεσης
(ii) Επικουρικώς την αρχή της διαιτησίας και,
(iii) Επικουρικώς προς την τελευταία, την αρχή της αντιδικίας.
Γ.7.
Οι προτάσεις αντιμετώπισης της αντιδικίας στις οικογενειακές υποθέσεις:
παραδείγματα προτεινομένων ρυθμίσεων και η σκοπιμότητα
διατήρησης της αντιδικίας σε επικουρική θέση
Ειδικότεροι τρόποι επιδίωξης των παραπάνω, προτείνονται:
(α) Στα ουσιαστικά κριτήρια της κρίσης μιας οικογενειακής υπόθεσης, έχω ήδη αναφερθεί. Τέτοια είναι τα κριτήρια της μετάπτωσης σε καθεστώς μονογονεϊκής επιμέλειας, όπως και της απόδοσης του παιδιού στον ένα γονιό. Αν η υπόθεση φτάσει σε φάση μετάπτωσης σε μονογονεϊκή επιμέλεια, σε ΠΛΕΟΝΕΚΤΙΚΗ ΘΕΣΗ θα βρεθεί ο γονιός που έχει φανεί πιο ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟΣ, πιο ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΜΟΣ στα ζητήματα της κοινής εν διαστάσει επιμελείας. Αντίθετα, ο ΑΝΤΙΔΙΚΩΝ, βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Τα σημερινά κριτήρια επιβραβεύουν την αντιδικία. Πώς να μην αντιδικήσει ο διάδικος γονιός; Αν νέα κριτήρια, συναίνεσης και συμμόρφωσης, υιοθετηθούν από τον νομοθέτη, και εάν ο δικαστής εκπαιδεύσει τον διάδικο σ’ αυτά, τότε μπορούμε να ευελπιστούμε ότι έχουμε θέσει έναν θεμέλιο λίθο για την ριζική ανατροπή του συστήματος της αντιδικίας στις οικογενειακές υποθέσεις.
(β) Το δημόσιο ενδιαφέρον για την υπόθεση τονίζεται με την υποχρεωτική συμμετοχή του Εισαγγελέα σε όλα τα σχετικά δικαστήρια.
Ο ρόλος του Εισαγγελέα αναβαθμίζεται και προσδιορίζεται ειδικότερα. Ο Εισαγγελέας κρατάει αρχείο των υποθέσεων, δέχεται αιτήσεις, εκδίδει διατάξεις, εισάγει υποθέσεις στο δικαστήριο, σχηματίζει δικογραφία και την υποβάλει στο δικαστήριο, συμμετέχει στην διαδικασία, υποβάλει πρόταση, λαμβάνει, και μόνος του, ασφαλιστικά μέτρα.
Με τον τρόπο αυτό, το στοιχείο της αντιδικίας περιορίζεται επίσης, αφού δεν έχουν οι διάδικοι σημαντικές δυνατότητες να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες της άλλης πλευράς, να συγκροτήσουν φακέλους εικονικής πραγματικότητας, γεγονός που, σήμερα, οξύνει την αντιδικία.
Τον δημόσιο χαρακτήρα του ενδιαφέροντος για την οικογενειακή υπόθεση ενισχύουν η εισαγωγή του θεσμού του συμπαραστάτη επιμέλειας, η διεύρυνση του κύκλου των προσώπων που μπορούν να φέρουν μια υπόθεση στο οικογενειακό δικαστήριο, ο τονισμός και η δικαστική προστασία της οικογενειακής σχέσης, το τονισμένο στοιχείο εκουσίας δικαιοδοσίας και αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστηρίου.
(γ) Από την άποψη των βασικών δικονομικών αρχών, που πρέπει να δεσπόζουν στο οικογενειακό δίκαιο, η ιεραρχική διάταξη «συναίνεση – διαιτησία – αντιδικία» επιδιώκεται ως εξής:
(i) Η αρχή της συναίνεσης τονίζεται με την επικουρικότητα της όλης ανάμιξης της δικαιοσύνης σε σχέση με την δυνατότητα των διαδίκων να ρυθμίσουν συναινετικά τις διαφορές τους. Επισημαίνω, σε επίπεδο πρακτικών ρυθμίσεων, την πρόταση μεταρρύθμισης του άρθρου 1441, που αφορά το συναινετικό διαζύγιο. Η σκέψη είναι ότι, δυο γονείς που θα συναινέσουν και για το συναινετικό διαζύγιο, θα συναινέσουν και για τα ζητήματα της κοινής εν διαστάσει επιμέλειας. Το συμφωνητικό που θα συνταχθεί, λοιπόν – και το οποίο ήδη ζητείται – θα πρέπει να περιλαμβάνει και συμφωνία επί όλων των σχετικών ζητημάτων, δηλαδή την επιμέλεια του προσώπου των παιδιών, την κατοικία τους, κ.τ.λ.. Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα, το εν λόγω συμφωνητικό, εφόσον ο δικαστής το κρίνει σύμφωνο με την δημόσια τάξη, περιλαμβάνεται ολόκληρο στην απόφαση, και αποκτά εκτελεστότητα, κατά τους κανόνες της δικονομίας.
(ii) H αρχή της διαιτησίας τονίζεται με την ενίσχυση του διαιτητικού χαρακτήρα του πρωτοβάθμιου – μονομελούς, με σύμπραξη εισαγγελέα – δικαστηρίου. Στις διαιτητικές διαδικασίες, οι συνεδριάσεις, εφόσον συναινέσουν οι διάδικοι, μπορούν να μην είναι δημόσιες. Αναμένεται, εύλογα, ότι η έλλειψη δημοσιότητας θα είναι ο κανόνας στις συνεδριάσεις, πράγμα που ευνοεί τον συναινετικό, «ιδιωτικό» και οικογενειακό χαρακτήρα των διευθετήσεων.
Επισημαίνω, στο σημείο αυτό, μια κρίσιμη καινοτομία: διαφορές μπορούν να φέρονται στο διαιτητικό δικαστήριο, όχι μόνο σε χωρισμένους γονείς, αλλά και μεταξύ των γονέων που ζουν μαζί. Δεν προϋποτίθεται η διάσταση, το διαζύγιο, ο χωρισμός, για να παρέμβει η δικαιοσύνη, να συνεισφέρει, τρόπον τινά, τις υπηρεσίες της στην αντιμετώπιση των κρίσεων και των συγκρούσεων. Έτσι, δίδεται στον δικαστή και στον εισαγγελέα, η δυνατότητα της ΠΡΟΛΗΨΗΣ, της έγκαιρης επέμβασης στην οικογένεια.
(iii) Η αντιδικία διατηρείται, σε επικουρική θέση, αλλά βασική.
Κρίνω χρήσιμη την επισήμανση, στο σημείο αυτό, ότι, παρά την ανάπτυξη που προηγήθηκε, σε σχέση με την αντιδικία, δεν οδηγούμαστε στο συμπέρασμα του ολοσχερούς εξοβελισμού της από το οικογενειακό δίκαιο. Για τον Έλληνα δικαζόμενο, για τον Έλληνα κοινωνό, για τον Έλληνα γονιό, πλήρης κατάργηση της δυνατότητας αντιδικίας, πλήρης κατάργηση του δικαστηρίου όπως το ξέρει και το «καταλαβαίνει», θα μπορούσε να καταλήξει σε πλήρη κατάρρευση του συστήματος[20].
O ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΣ χαρακτήρας της αντιδικίας επιδιώκεται με τον περιορισμό της σε σπουδαιότερα ζητήματα, όπως είναι ΚΥΡΙΩΣ η αλλαγή καθεστώτος επιμέλειας, καθώς και με την αφαίρεση της πρωτοβουλίας της αντιδικίας από τους διαδίκους. Η κύρια μορφή αντιδικίας, η μετάπτωση σε καθεστώς μονογονεϊκής επιμέλειας, εισάγεται, πλέον, στο δικαστήριο με σοβαρούς περιορισμούς, και μόνον υπό προϋποθέσεις, όχι μόνον από κάποιον διάδικο, αλλά και από τις Αρχές (δικαστήριο, εισαγγελέα κ.τ.λ.), απευθείας σε τριμελές δικαστήριο, που δικάζει, γενικά, με διαδικασία ανάλογη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αλλά με σύμπραξη εισαγγελέα.
Γ8.
Προτεινόμενη αναμόρφωση της διαδικασίας
της προσωρινής δικαστικής προστασίας
Κρίσιμη, στα παραπάνω, θεωρώ την προτεινόμενη Αναμόρφωση της διαδικασίας της προσωρινής δικαστικής προστασίας, αφού, στην σημερινή κατάσταση, ισχύει στις οικογενειακές υποθέσεις, περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία υποθέσεων, η αρχή «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού». Η προτεινόμενη αναμόρφωση, στην διαδικασία της προσωρινής προστασίας, συνίσταται, κατά κύριο λόγο:
(α) Στην αναβάθμιση της διαδικασίας της προσωρινής διαταγής – η οποία ορίζεται ότι:
(i) θα λαμβάνεται, πλέον, με ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ.
(ii) θα προβλέπεται δυνατότητα προσφυγής ενώπιον τριμελούς οργάνου.
(β) Στο σύστημα της προσωρινής εκτελεστότητας των αποφάσεων των οικογενειακών δικαστηρίων, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες αναστολής της προσωρινής εκτέλεσης.
Στο παραπάνω πλαίσιο, η αρχή της οικονομίας της δίκης, σε συνδυασμό με την αυξημένη δυνατότητα αυτεπάγγελτης ενέργειας της δικαιοσύνης στις οικογενειακές υποθέσεις, «μαλακώνει», τρόπον τινά, τον αυστηρό, σήμερα, διαχωρισμό προσωρινής και οριστικής προστασίας: το οικογενειακό δικαστήριο που δικάζει προσωρινά μέτρα, εάν κρίνει ότι η υπόθεση είναι ώριμη, μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση[21].

Δ.
Τελικές παρατηρήσεις

Το σύστημα οικογενειακού δικαίου που προτείνεται, κατ’ ανάγκην δεν είναι πλήρες. Και λόγω μεγαλύτερης οικειότητας, περιορίστηκα σε προτάσεις στον Α.Κ. και στον ΚΠολΔ. Δεν επεκτάθηκα στις – αναγκαίες, οπωσδήποτε – συναφείς αλλαγές στον Κώδικα Δικαστηρίων, αλλά και στην ανάγκη οργάνωσης ΥΠΟΔΟΜΗΣ συναφών υπηρεσιών, όπως εκπαίδευσης των οικογενειακών δικαστών, της κοινωνικής υπηρεσίας, υπηρεσίας οικογενειακών συμβούλων, συμβούλων ψυχικής υγείας κ.τ.λ. Πρόκειται, κατά την γνώμη μου, για τομείς απαραίτητους, αλλά των οποίων η ρύθμιση θα προκύψει ως ΠΑΡΕΠΟΜΕΝΗ των βασικών ΔΟΓΜΑΤΙΚΩΝ ΕΠΙΛΟΓΩΝ που θα ληφθούν σε επίπεδο Α.Κ. και ΚΠολΔ. Στο παραπάνω πλαίσιο, θεωρώ ότι, στην Εισήγησή μου, σκιαγραφείται μια αναγκαία αλλαγή ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, δηλαδή ΔΟΓΜΑΤΟΣ, στο οικογενειακό δίκαιο.
Αν ο αναγνώστης ενδώσει την σκέψη ότι ΑΞΙΖΕΙ να επανεξεταστούν οι βάσεις στις οποίες στηρίζουμε το οικογενειακό μας δίκαιο, τα θεμέλια και τα πλαίσια της έννομης τάξης και – εν τέλει – της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα στην οποία γεννιώνται και μεγαλώνουν τα παιδιά μας, η όλη μου προσπάθεια θα έχει πετύχει τον σκοπό της.


* Εισήγηση του συγγραφέα στις 15 Νοεμβρίου 2007 κατα τη συνεδρίαση του Κέντρου Δικανικών Μελετών στην υποδοχή Θεοφάνεια υπο τη διεύθυνση του Π. Δημόπουλου, εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επι τιμή. Εδώ δημοσιεύεται το κύριο μέρος της εισήγησης. Η μεγάλη έκταση της συνολικής συζήτησης (55 σελίδων) ήταν δυστυχώς απαγορευτική για τους κανόνες που διέπουν την επιβαλλόμενη ποικιλία ύλης του περιοδικού. Έτσι παραλείφθηκαν, αφ’ ενός, η εκτεταμένη εισαγωγή, αναφορικά με την ίδρυση και λειτουργία του Συλλόγου για την Αντρική και Πατρική Αξιοπρέπεια και, αφ’ ετέρου, οι πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις για τις επιβαλλόμενες τροποποιήσεις κρίσιμων διατάξεων του Αστικού Κώδικα και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
[1] Λ.χ. την κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας, κατά το άρθρο 1513 § 1 εδ. τελευταίο Α.Κ.
[2] Κύριος εισηγητής της έννοιας είναι ο Αμερικανός ψυχίατρος Richard Gardner, από τα μέσα της δεκαετίας του 80 και μετά.
[3]                                                                                                                                                                  πηγή: Βικιπαίδεια, http://el.wikipedia.org/wiki 
[4] Χαρακτηριστική περίπτωση η μητέρα που δήλωνε, στον παιδικό σταθμό: «Έχω ένα διαμέρισμα 104 τ.μ., ένα αυτοκίνητο μάρκας SUBARU και μια κόρη 2,5 ετών».
[5] Η ονομασία προέρχεται από τη γνωστή υπόθεση μιας αποτυχημένης ληστείας Τράπεζας, στην Στοκχόλμη, όπου οι ληστές είχαν κρατήσει ομήρους. Οι όμηροι, στο πλαίσιο της ομηρίας τους, όχι μόνον ανέπτυξαν δεσμό συμπαθείας με τους απαγωγείς τους, αλλά και, μετά την απελευθέρωσή τους, προσήλθαν ως μάρτυρες υπεράσπισης των ληστών. 
[6] Η πιο οικεία περίπτωση στην Ελληνική πραγματικότητα. Υποθετικά ισχύουν τα ίδια, ceteris paribus, όταν στην θέση της μητέρας είναι ο πατέρας
[7] Σε κοινωνιολογικό και σε συναφές ψυχολογικό επίπεδο, η πρόταση αυτή λαμβάνει θέση ανάμεσα στην «στενή» ή «πυρηνική» οικογένεια (γονείς και παιδιά μόνον), και την «ευρεία» οικογένεια (περιλαμβάνονται και άλλοι συγγενείς). Κατά την συζήτηση που ακολούθησε, το ζήτημα τέθηκε από τον Ψυχολόγο κ. Λάμπρο Κερεντζή, στην βάση του αν η ευρύτερη οικογένεια θα αφήσει το ζευγάρι να διαμορφώσει την ζωή του, με το παιδί τους, ή αν θα παρεμβαίνει. Σε πιο ανάλαφρο τόνο, ο ιδρυτής του ΠΑΣΥΑ, κ. Σπύρος Σπυρόπουλος, πρότεινε την «ποινικοποίηση της παρέμβασης της κακιάς πεθεράς». Είναι επιβεβλημένη, πλέον, η διαπίστωση ότι και η πυρηνική οικογένεια, σήμερα, είναι ασταθής, και τείνει να μεταπέσει σε μονογονεϊκή οικογένεια. Στο παραπάνω πλαίσιο, η αποδοχή της ανάγκης προστασίας των οικογενειακών σχέσεων σε επίπεδο ευρύτερο της στενής, πυρηνικής οικογένειας, συνιστά μια ενίσχυση της ευρύτερης οικογένειας.
[8] Στο μέτρο που η Επιτροπή του ΣΥΓΑΠΑ είχε επικοινωνία με αντίστοιχη επιτροπή της Βουλής, είχε ενημερωθεί ότι την τελευταία απασχολούσε ιδιαίτερα το ζήτημα πώς θα ρυθμίσουν με πιο αποτελεσματικό τρόπο τον θεσμό της επικοινωνίας του γονιού που δεν διαμένει με το παιδί του.
[9] Πρβλ. Richard Α. Gardner, M.D., ΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΤΥΠΟΥΣ ΓΟΝΙΚΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, COURT REVIEW, VOLUME 28, NUMBER 1, SPRING 1991, p 14-21, American Judges Association: «Το παιδί μπορεί να εκθέτει μια χωρίς ενοχή αδιαφορία για τα συναισθήματα του μισητού γονέα. Θα υπάρξει μια πλήρης απουσία ευγνωμοσύνης για τα δώρα, τις διατροφές, και άλλες εκδηλώσεις της εμπλοκής από την συνεχιζόμενη στοργή του μισητού γονέα. Συχνά, αυτά τα παιδιά θα θελήσουν να είναι σίγουρα ότι ο αποξενωμένος γονέας συνεχίζει να παρέχει τις πληρωμές υποστήριξης, αλλά συγχρόνως σθεναρά αρνούνται να επικοινωνήσουν με εκείνο τον γονέα. Συνήθως, θα πουν ότι δεν θέλουν ποτέ να δουν ξανά το μισητό γονέα πάλι, ή όχι πριν από τα δέκα ή τα είκοσι τους χρόνια. Σε ένα τέτοιο παιδί μπορώ να πω: "Έτσι θέλετε τον πατέρα σας για να συνεχίζει να πληρώνει για όλα, τα τρόφιμα, τον ιματισμό, το μίσθωμα, και την εκπαίδευσή σας - ακόμη και τα ιδιωτικά γυμνάσια και κολέγια - και όμως ακόμα δεν θέλετε να τον δείτε καθόλου για πάντα πάλι. Είναι δίκαιο αυτό;" Ένα τέτοιο παιδί μπορεί να αποκριθεί: "Είναι δίκαιο. Δεν αξίζει να με δει. Για αυτόν τον άνθρωπο η πληρωμή όλων αυτών των χρημάτων είναι μια καλή τιμωρία."».
[10] Κατά την παρουσίαση της 15/11/07, ο συνάδελφος κ. Γεώργιος Σταραντζής, υπενθύμισε την διατύπωση του άρθρου 1511 Α.Κ.:
«Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας, ή με τον τρόπο της άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του».
Η  κριτική που αναπτύσσεται στην Εισήγησή μου, αφορά ακριβώς αυτή την διατύπωση του νόμου, πλήρη «καλών προθέσεων», αλλά της οποίας το αποτέλεσμα ήταν, ακριβώς αυτό: πώς είναι δυνατόν, με ΤΕΤΟΙΑ διατύπωση του Α.Κ., το 99% των επιμελειών του προσώπου, να δίδεται, από τα δικαστήρια, στην μητέρα;
[11] Κατά την συζήτηση της 15/11/07, μου δόθηκε η ευκαιρία να διευκρινίσω το ζήτημα αυτό, για το οποίο πολύς λόγος γίνεται σήμερα, ενόψει, ιδίως, και του γεγονότος ότι, στην Ελλάδα, οι κυρίες αποτελούν, πλέον, την αναμφισβήτητη πλειοψηφία των δικαστών και των εισαγγελέων στην έδρα. Είναι υπερβολικά αφελής η άποψη ότι, επειδή στην έδρα δικάζει ή εισαγγελεύει γυναίκα, θα μεροληπτήσει υπέρ της γυναίκας διαδίκου. Σαν να συνεχίζεται ένας «πόλεμος των φύλων» μέσα στην αίθουσα των δικαστηρίων. Για μένα, όπως τόνισα, το ζήτημα είναι αποκλειστικά επιπέδου της δικαστικής απόφασης. Σχετίζεται και με άλλες παραμέτρους, όπως της δυνατότητας του δικαστή να αποστασιοποιηθεί από την υπόθεση που δικάζει. Όπως επισήμανε ο Προεδρεύων στην συζήτηση, κ. Δημόπουλος, αυτό, για τον δικαστή, είναι πολύ πιο δύσκολο στις οικογενειακές υποθέσεις, όπου το πάθος κυριαρχεί, σε σημείο να παρασύρει, ενίοτε, και τον δικαστή. Όλα τα σχετικά ζητήματα αφορούν, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ, το επίπεδο της εκδίκασης, με ευρεία έννοια: επίπεδο διαδίκων, δικηγόρων, δικαστών, εισαγγελέων και, τελικά, επίπεδο δικαστικής απόφασης.
[12] Κατά την συζήτηση της εισήγησής μου, ο ψυχολόγος κ. Λάμπρος Κερεντζής επισήμανε ότι, στις περιπτώσεις που του έχουν τύχει, πολλοί πατέρες συνειδητοποιούν τον ρόλο τους, την θέση τους, τις ευθύνες τους, μετά τον χωρισμό. «Γίνονται πατέρες» μετά τον χωρισμό. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια «άβολη αλήθεια», η οποία μας παραπέμπει στην ενδημική, πλέον, ανωριμότητα των μελών της κοινωνίας μας, η οποία εκδηλώνεται και όταν συνάπτουν σχέσεις, συμβιώνουν, παντρεύονται ή κάνουν παιδιά. Μέσα από την διαδικασία αυτή ωριμάζουν και «γίνονται γονείς», το παιδί είναι που κάνει πατέρα τον πατέρα του και μητέρα την μητέρα του και, η απώλεια του παιδιού, είναι μια «ευκαιρία» βίαιης ωρίμανσης για τον πατέρα.
[13] Αναφερόμαστε, εν προκειμένω, στην έννοια του καταλύτη στην χημεία. Ο καταλύτης είναι μια ουσία, ένας παράγων, που ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙ δυνάμεις οι οποίες, ούτως ή άλλως, υπάρχουν, ώστε μια χημική αντίδραση να επιταχύνεται με θεαματικά αποτελέσματα. Μετά από επανειλημμένες καταλύσεις, ο καταλύτης «δηλητηριάζεται» και αχρηστεύεται.
[14] Έτσι, σε πρόσφατη εφετειακή απόφαση, διαβάζουμε: «Το ανήλικο είναι μαθητής της Ε΄ τάξης του δημοτικού σχολείου και παρακολουθεί μαθήματα Αγγλικής στο Βρετανικό Συμβούλιο, με ετήσια δίδακτρα 900 ευρώ, δηλ. 100 ευρώ -κατά μέσο όρο- το μήνα, ως και ιδιαίτερα μαθήματα Γαλλικής γλώσσας με μηνιαία δίδακτρα 150 ευρώ. Ακόμη αθλείται στο ποδόσφαιρο με 50 ευρώ το μήνα, παρακολουθεί μαθήματα πιάνου με 30 ευρώ το μήνα και ασκείται στο σκάκι, με 20 ευρώ το μήνα … Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις η κατά μήνα διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 1.200 ευρώ». 1.200 ευρώ για έναν μαθητή της Ε΄ Δημοτικού, όταν, με βάση την εισήγηση του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για μια αξιοπρεπή διαβίωση μιας οικογένειας με τρία παιδιά, είναι τα 990 ευρώ. Προβληματικά είναι και τα εν γένει μαθηματικά της εν λόγω απόφασης: ο χρόνος έχει 12 μήνες, άρα 900 ευρώ τον χρόνο δια των 12 μηνών, δεν μας κάνει 100 ευρώ το μήνα.
[15] Πρόσφατη είναι, σχετικά, η νομολογιακή αναγνώριση ότι η ακρόαση του παιδιού (ανάλογα με την ωριμότητά του) είναι δικαίωμα ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ, που απορρέει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ανθρώπινή του αξία (άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος) , με την απόφαση απόφαση 6397/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (Δ 38, 276 – 283). Η γενίκευση της ακρόασης του παιδιού είναι, ομοίως, σχετικά πρόσφατη. Συναντά κανείς, στις κατ’ έφεσιν δίκες οικογενειακών υποθέσεων, υποθέσεις στις οποίες το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν είχε «ακροαστεί» τα τέκνα, καθήκον που αναλαμβάνουν οι Εφέτες, όταν η υπόθεση ξαναδικάζεται ενώπιόν τους. Όμως, ούτε και η ακρόαση των παιδιών είναι πανάκεια. Αντίθετα, η γενίκευση της ακρόασης, σε συνθήκες αντιδικίας, «υποκινεί» τον γονέα που έχει την επιμέλεια, να στρέψει ακόμα πιο αποφασιστικά το παιδί κατά του άλλου γονιού. Μόνο συστηματικά, συνεπώς, δηλαδή ως ΣΥΝΟΛΟ ΡΥΘΜΙΣΗΣ, μπορεί να αντιμετωπιστούν τα σχετικά προβλήματα. Αν διασφαλίσουμε τα δικαιώματα του παιδιού, χωρίς να εξαλείψουμε το στοιχείο της αντιδικίας, δεν κατορθώνουμε τίποτα.
[16] Χαρακτηριστικά, οι διαφορές για την γονική μέριμνα ονομάζονται, στην δικαστηριακή πράξη, υποθέσεις «διατροφών».
[17] Στο σημείο αυτό, με εξέπληξε η τοποθέτηση του Καθηγητή Κ. Μπέη, ο οποίος, στην σύντομη συνεισφορά του, σκιαγράφησε το αντίστοιχο δικονομικό σύστημα της Ιαπωνίας. Στο σύστημα αυτό, πράγματι, η δικονομία των ιδιωτικών διαφορών δεν εφαρμόζεται στις οικογενειακές υποθέσεις (πλην υποθέσεων γνησίων αντιδικιών, όπως, λ.χ., το διαζύγιο). Σε υποθέσεις που αφορούν την ανατροφή των παιδιών κ.τ.λ., η «εκδίκαση» γίνεται σε κλειστή αίθουσα, σε στρογγυλό τραπέζι, όπου παρακάθεται ο δικαστής δίπλα σε συμβούλους όπως ο ψυχολόγος, και όπου ο γονέας έρχεται με τους παραστάτες του, όπως ο δικηγόρος και ο δικός του ψυχολόγος. Η απόφαση που εκδίδεται έχει προσωρινή ισχύ, μέχρι να προκύψουν νέες συνθήκες. Πρόκειται για διδακτικότατο σύστημα και για τα καθ’ ημάς, και εύχομαιι να δω και να διαβάσω την συνεισφορά αυτή του Κ. Μπέη σε ευρύτερη ανάπτυξη.
[18] Κατά την εισήγησή μου, στο σημείο αυτό, βγήκα εκτός κειμένου, για να δώσω (από μνήμης) ένα παράδειγμα της «υπόθεσης που δημιουργεί τους όρους της επαλήθευσής της». Πρόκειται για ένα γνωστότατο πείραμα στις ΗΠΑ, κατά το οποίο, ομάδα Ψυχολόγων, επισκέφθηκε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα (μαθητές ηλικίας 2ας – 3ης, Δημοτικού). Δήλωσε στους δασκάλους ότι είχαν ένα τεστ, το οποίο εντόπιζε τις ιδιοφυίες. Έδωσαν στους μαθητές ένα κοινό τεστ δεξιοτήτων, πήραν τα αποτελέσματα, και τα πέταξαν. Υπέδειξαν στους δασκάλους, όμως, ότι «οι τάδε και οι τάδε μαθητές σας είναι ιδιοφυίες – οι υπόλοιποι δεν είναι». Στη συνέχεια, παρακολούθησαν την εξέλιξη των μαθητών που είχαν υποδείξει ως ιδιοφυίες, σε σχέση με τους υπόλοιπους. Επιβεβαιώθηκε, στατιστικά, ότι οι μαθητές που είχαν υποδειχθεί στους δασκάλους τους ως ιδιοφυίες, ανέπτυξαν βαθμολογίες κατά μέσο όρο ψηλότερες κατά ορισμένους βαθμούς από τους υπόλοιπους (τους μη – ιδιοφυίες). Δεδομένου ότι οι μαθητές αυτοί, στατιστικά, δεν διέφεραν από τους υπόλοιπους, η καλύτερη ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους ερμηνεύεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα της αντιμετώπισής τους ως ιδιοφυιών από τους δασκάλους τους, δηλαδή μιας υπόθεσης η οποία δημιούργησε τους όρους της επαλήθευσής της.
[19] Στην συζήτηση της εισήγησης της 15/11/07, ιδιαίτερα εύστοχη ήταν η παρατήρηση του κ. Δημόπουλου, ότι, στην μακρόχρονη πείρα του, ως δικαστής, στις υποθέσεις αυτές διαπίστωνε, σχεδόν πάντα, ότι οι γονείς δεν αντιδικούσαν για το «συμφέρον του παιδιού», αλλά για να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον. Έτσι, κάθε πρόταση συμβιβασμού από την έδρα, την αντιμετώπιζαν με άρνηση.
[20] Το Ιαπωνικό σύστημα, όπως επισήμανε ο Κ. Μπέης, όπου οι οικογενειακές υποθέσεις διακρίνονται σαφώς από τις αντιδικίες, εφαρμόζεται στο πλαίσιο μιας εντελώς διαφορετικής νοοτροπίας από την δική μας.
[21] Και με το σημερινό δικονομικό μας σύστημα, οι αποφάσεις σε οικογενειακές διαφορές, δεν είναι κυριολεκτικά «οριστικές», αφού μπορεί ανά πάσα στιγμή το δικαστήριο να αποφασίσει αλλιώς, με την επίκληση νεώτερων στοιχείων. Και στο Ιαπωνικό σύστημα, εξάλλου, όπως το παρουσίασε ο κ. Μπέης, οι αποφάσεις δεν είναι «οριστικές», με την έννοια που είναι οι αντίστοιχες ελληνικές, αφού το οικογενειακό δικαστήριο μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να αποφασίσει αλλιώς. Αλλά η κάμψη της αρχής της αυστηρής διάκρισης οριστικής και προσωρινής προστασίας επιβάλλεται από λόγους, όχι μόνον «οικονομίας της δίκης», αλλά, κυρίως, οικονομίας της αντιδικίας και οικονομίας των δυνάμεων των διαδίκων. Πολλές φορές, είναι τελείως περιττή και αδικαιολόγητη η επιβάρυνση του διαδίκου με την εκδίκαση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και «τακτικής αγωγής», αφού οι πρακτικές διαφορές μεταξύ των δύο δικών έχουν, στην πράξη, ουσιαστικά αμβλυνθεί. 


http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=4&mid=1479&mnu=3&id=24655

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΕΠΙΠΛΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΓΟΥΣΤΟ