κάθε κυριακή στις 12:00 για κολύμπι και θαλάσσια σπορ απο τον Οκτώμβριο εως τον Μάιο στην παραλία Ν. Φώκαιας!
ο τίτλος είναι συμβολικός και αναφερέται στην αφαίρεση της πατρογονίας τόσο απο την πολιτεία όσο και απο την ελληνική Δικαιοσύνη!!!
ΤΟ SITE ΑΥΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΛΗΣΗ ΜΙΑΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΡΕΑΣ "ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΠΛΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ"
με αφορμή τις εξελίξεις στην Ελλάδα μας που γέννησε τον Σόλωνα, τον Περικλή, τον Σωκράτη και άλλους κορυφαίους παραθέτουμε......τους παρακάτω στοίχους (τα σχόλια ..δικά σας)
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο. Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις τα χείλη σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές. Το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω. Κάθε κραυγή σου θα΄ ναι μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων. Κάθε χειρονομία σου θα΄ ναι για να γκρεμίζει την αδικία. Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις, ούτε στιγμή να ξεχαστείς. Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε. Μια στιγμή αν ξεχαστείς, αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στη δίνη του πολέμου, έτσι και σταματήσεις για μια στιγμή να ονειρευτείς εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη απ΄ τις φωτιές. Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι. Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι ένα οποιοδήποτε πρωινό. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι μπρος στα ντουφέκια!
Το ποίημα «Η Μαρίνα των βράχων» του Οδυσσέα Ελύτη ανήκει στην Ενότητα «Η θητεία του καλοκαιριού» της Συλλογής «Προσανατολισμοί». Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του «μεγίστου» των ποιητών μας, για μια εξαιρετική σύνθεση που όλοι έχουμε διαβάσει και αγαπήσει. Ποιος από μας, στ’ αλήθεια, δεν γνωρίζει και δεν έχει λατρέψει τον πρώτο στίχο του ποιήματος, αυτό το μαγικό «Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη –», έναν στίχο που επαναλαμβάνεται σαν ηχώ μέχρι το τέλος της θεσπέσιας αυτής σύνθεσης;
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα διοσμαρίνια
- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ’λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Όπου σελάγιζε ο δικός σου αστερίας.
Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ό ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στον μαΐστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.
Πιστεύω πως θα μπορούσε να γραφεί ένα εκτενέστατο κείμενο για το αριστουργηματικό αυτό ποίημα· πως θα μπορούσε να αναλυθεί σε βάθος ο κάθε στίχος και ως προς το νοηματικό του βάρος και ως προς την αισθητική του παρουσία. Προσωπικά, εκφράζω την ακλόνητη πεποίθησή μου πως «Η Μαρίνα των βράχων» αποτελεί μία από τις «ιερότερες» στιγμές έμπνευσης και γραφής του Οδυσσέα Ελύτη.
Η χρήση του β΄ προσώπου, καθώς ο ποιητής απευθύνεται στο κυρίαρχο πρόσωπο του ποιήματος, στην… Μαρίνα των βράχων, προσδίδει αμεσότητα και μιαν άμετρη ζωντάνια και γλαφυρότητα στη σύνθεση (Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη, Μα πού γύριζες, …την επιθυμία σου, …οι κόρες των ματιών σου, …οι φίλες σου, Σου ’λεγα να μετράς…, …να χαίρεσαι, να γυρνάς…, Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου, Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου, Άκουσε…, Κι εσύ πιο κοντά του…, Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές, Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου). Η παρουσία σύνθετων και σπάνιων αλλά και απλών και εύχρηστων επιθέτων, όπως: αετοφόρος (άνεμος), γδυτό (νερό), φωτεινές (μέρες), κίτρινους (κάμπους), κρύο αρμυρό (θαλασσόχορτο), παράφορος (γλύπτης), πικρή (γεύση), οι συχνές αναφορές στον κόσμο της θάλασσας (γεύση τρικυμίας, τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας, στο γδυτό νερό, κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα, ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο, ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών, ο δικός σου αστερίας, στυλωμένη στους βράχους), διάφορες υπέροχες εικόνες με έντονο το φυσιολατρικό στοιχείο, όπως: Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους / Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου…, Έχεις… και τ’ άρωμα των γυακίνθων…, Για ν’ αλλάζουνε ρέμα τα ποτάμια, Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές, αποτελούν μερικά από τα στοιχεία εκείνα που αναμφισβήτητα συντελούν στη σύνθεση ενός απερίγραπτου κάλλους ποιήματος, και σίγουρα υπογραμμίζουν την ξεχωριστή ποιητική δεινότητα του δημιουργού του…
Ο κάθε αναγνώστης δεν μπορεί παρά να μείνει άφωνος κι εκστασιασμένος από το τετράστιχο: Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη / Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα / Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού / Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα πού γύριζες… Όπως, επίσης, δεν μπορεί παρά να υπογραμμίσει την εκπληκτικού νοηματικού βάρους στροφή: Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση / Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος / Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας / Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα / Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Η ανάλαφρη και συνάμα θυελλώδης, η αέρινη και ταυτόχρονα τόσο γήινη, η κυριολεκτικά αινιγματική και μυστηριώδης, η στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο Μαρίνααποτελεί αναμφίβολα ένα από τα αθάνατα έργα του Οδυσσέα Ελύτη… Και, σίγουρα, ένα απάνεμο, γαλήνιο κι ηλιόλουστο λιμάνι για την ψυχή του καθενός μας… Ιδιαίτερα τώρα, που το …χρυσάφι του καλοκαιριού μας έχει σκιαστεί από τόσο πυκνά, σκοτεινά κι απειλητικά σύννεφα…
Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου.
* Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια
Ήρθε πια της οργής η ώρα!
Ας μη σιωπούμ’ όλοι μαζί…
Ποιος λέει πως το λόγο τώρα
Στο «Διεθνές» το μαγαζί
Δεν έχουνε οι δολοφόνοι
Κι οι ειδεχθείς Νεοναζί!… Λίβανε, Ιράκ και Σομαλία
Αφγανιστάν, Γάζα, Σερβία,
Στη συμφορά δεν είστε μόνοι!
Τώρα της Γης οι δολοφόνοι
Γαζώνουνε και την Ελλάδα!
Και την πετούν κουρελιασμένη
Στου Γκουαντανάμο τον Καιάδα…
Ποιοι τις κερκόπορτες ανοίξαν;
Και στους Ναζί τους δρόμους δείξαν
Να μας χτυπήσουν απ’ τις πλάτες;
Η οικονομική μας χούντα!
Και οι πολιτικοί εφιάλτες!
Φυσάει ...
ένας άνεμος που αψηφά το σκοτάδι
σκορπάει τους δαίμονες από το στερέωμα του ουρανού ...
παίρνει μακρυά τη σκόνη της μνήμης
ταξίδι σε λόγια ...
κύμματα και ήχοι μετράνε σκιές - αστροχτισμένα όνειρα ...
όλες οι αλήθειες κυκλωμένες σ'ένα φεγγάρι, ισορροπούν στη θάλασσα
με της άγνοιας τα άλλοθι ή του Ιούδα ...
Μια σχεδόν ερώτηση ...κάτι σαν απάντηση ...
μαχαίρι που σχίζει στα δύο τη σιωπή ...
Ένα πρωϊνό που ξημέρωσε σούρουπο από την ανάποδη,
με μιαν απόχρωση θύμησης γαλακτερού γαλάζιου
Είμαι πολύ κουρασμένη για να μην είσαι εδώ
Πολύ μπερδεμένη από το ανάποδο ξημέρωμα
που έφερε τα αλλόκοτα πλάσματα της νύχτας μου, στην μέρα
Φοράνε ρούχα παρδαλά, μπαλόνια και ζαχαρωτά κρατάνε,
ξεκουφαινουν απ'τη φασαρία, κλέβουν ομπρέλες, κάνουν ψίχουλα,
ζωγραφιές στους τοίχους,πατημασιές στο ταβάνι,
τρομάζουν την ψυχή μου μ'αλλοκοτες γκριμάτσες...
Παράξενη πραγματικότητα, ανάποδη αποκάλυψη της απουσίας
Δεν υπάρχει το βλέμμα σου ν' αδράξει το δικό μου από τη νύχτα
Δεν υπάρχει το σώμα σου να γίνει φράγμα στους εφιάλτες της μέρας
Κι εγώ συνηθίζω τους αλλόκοτους κλόουν, γελάω με τις γκριμάτσες τους
Αστείοι δεν είναι οι ενήλικοι φόβοι μου?
Θα αρχίσω να παίζω μαζί τους,να γελάω με τα παιχνίδια τους
Λες να τους ξορκίσω?
"Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.
Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’αυτό που αξίζουν, αλλά γι αυτό που σημαίνουν.
Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.
Θα ζωγράφιζα με ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη.
Θα πότιζα με τα δάκρυά μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή...
Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ.
Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!
Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει.
Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη.
Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους...
Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά.
Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του για πρώτη φορά το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί.
Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ' αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι.
Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου.
Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να βγαίνεις απ' την πόρτα, θα σ' αγκάλιαζα και θα σου έδινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα.
Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου,
θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά.
Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ' έβλεπα, θα έλεγα "σ' αγαπώ" και δεν θα υπέθετα ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη.
Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ' αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος.
Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς.
Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία.
Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις συγνώμη, συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, ευχαριστώ κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις.
Ζήτα απ' τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις.
Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα. " Η αποχαιρετιστήρια επιστολή του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, λίγο πριν το τέλος , προς φίλους / από την καλή μου φίλη Λένα http://www.lenalyk.blogspot.com/ . Σε ευχαριστώ πολύ “πατρίδα” για τα ωραία mail που μου στέλνεις….
http://efagonizesthe.blogspot.com
Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο
και τα διαλυτικά σημεία στο " ι " αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια ,
που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο,
που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
Να βυθιστώ στο βλέμμα σου Κι εκεί να ταξιδέψω Μέσα στο απέραντο βαθύ Κι ότι έχω να ξοδέψω… Ταξίδι αταξίδευτο Του Ονείρου μονοπάτια.. Είσαι το λίκνο της ζωής Αταξίδευτα μου μάτια … Να διώξουμε από παντού Αυτό τον εφιάλτη Να ορίσουμε τα όρια Να φτιάξουμε άλλο χάρτη… Στα πέρατα όλης της γης Στις γειτονίες του κόσμου Ταξίδι αταξίδευτο Τη συντροφιά σου δως μου … Θα βυθιστώ στα μάτια σου Χωρίς να το ρισκάρω Αγάπη απ την αγάπη σου Για πάντα εγώ να πάρω… Μες των ματιών σου το βαθύ Ξανθιά μικρή νεράιδα Θα βυθιστώ από την αρχή Μην έχω καρδιά άδεια… Όταν θα είμαστε μαζί Θα είναι όλα τέλεια Γιατί αν σε χάσω μάτια μου Θα έρθει η συντέλεια… Κι όταν θα έχει ξαστεριά Τ αστερία θα κοιτάμε Στα πέρατα του σύμπαντος Εγώ κι εσύ θα πάμε..
Θέλω να σε δω την ώρα που γράφεις. Την ώρα που εσύ ο Ίδιος γίνεσαι κάποιος άλλος ή μάλλον πιο πολύ Εσύ. Την ώρα που η σκοτεινή Πλευρά μιας Σελήνης σ'αποτύπωμα Γραφής ερωτεύεται το Ενδεχόμενο Σύγκρουσης και Ενσωμάτωσης με τις Τροχές σου.
Θέλω να σε Δω, καθώς ξεφεύγεις από τη Γήινη διάσπαση της Ύλης και πολεμάς το Φθαρτό μέσα από τις λέξεις σου. Όταν το Ατίθασο ΙδεοΓράφημα μιας Σκέψης παλεύεις να το Φυλακίσεις στο κλουβί της Ανθρώπινης Συλλαβής.
Θέλω να σε Δω να αλιεύεις Ιδέες στον Ισθμό, που μόνο οι Τριήρεις των Καλλιτεχνών χωρούν.. Την στιγμή που σκιαγραφείς με τις ώρες, με τα χρόνια, Ναυμαχίες στο Κύμα των Ανέμων.. που χαρτογραφείς αποβάσεις σε Χερσαία Γη απόστρατων και εν ενεργεία Αγγέλων, που επιχειρείς επελάσεις σε παραγράφους αραιοκατοικημένες και χτίζεις Πολιτείες ρυμοτομίας Συναισθήματος, με κυκλικές Πλατείες που φιλοξενούν Αγαλμάτινες Σκέψεις Ποιημάτων..
Τότε που καλλιεργείς Μοναξιά και περιμένεις ως το Χάραμα με Ήλιο βραδινής Φωταψίας να καρποφορήσει η Σοδειά σου...
καρποφορούν τα Ποιήματα..
Γίνονται Ζωές με κλαδιά γεμάτα Όνειρα, να κόψεις, να κοπείς, να μοιράσεις και να μοιραστείς..
Θέλω να σε Δω όταν η Νύχτα ουρλιάζει σαν αγρίμι πάνω στο Στίχο σου... γαντζωνεται από το σεντόνι μου...μία ατίθαση, μία εξημερωμένη... συγχρονισμένη πλήρως με τη Συναισθηματική Εντροπία του Ίχνους, που ο παλμός σου αφήνει στο χαρτί....
Την ξυπνάς... κι όταν Ξυπνά η Νύχτα και λύνεται απ' τα Δεσμά των Ονείρων, πού να κουρνιάσει ο Κίνδυνος και πώς να προστατεύσει η Ζωή τα Κεκτημένα της?...
Θέλω να σε Δω την ώρα που Γράφεις..
που ξεκλειδώνεις τα κλουβιά με Ποιητική απαλότητα
και χύνονται στους Δρόμους του Νου τ'αλυσοδεμένα Φεγγάρια..
οι κατάδικοι Υψηπετείς Αετοί, που με το ράμφος φυτεύουν Αποδράσεις στο Χώμα των Αναγνώσεων..
οι εγκλωβισμένοι επιζήσαντες στα Ερήπεια μιας Ζωής που κατέρρευσε...
ΕΣΥ, πρώτος Λιποτάκτης και Φυγάς στο αυτοΔημιούργητο Νησί, από μάγμα Ηφαιστείου σ'Ανθρώπινη κοίτη...
Στήνεις σημαδούρα Ύπαρξης στην Κορυφή του Όρους, που τόσα χρόνια βυθισμένο κρατούσες κάτω από το τρεμάμενο Βήμα των Καθημερινών Ανθρώπων. Εκείνων που σε λιμνοθάλασσες βαδίζουν, ανυποψίαστοι για του Στίχους, που Εσύ ελευθέρωνες στα Υπόγεια Ρεύματα μιας Φλέβας που τροφοδοτεί το Φεγγάρι με Πανσέληνο, απ' το σφαιρικό σου Κύτταρο που περιοδικά πολλαπλασιάζεται.
Θέλω να σε Δω να μετράς Φεγγάρια, την ώρα που οι υπόλοιποι μετρούν εκλείψεις..
να μετράς Ζωές, όταν όλοι μετρούν θανάτους...
να ανάβεις φωτιές, όταν οι Θεοί ζητούν ψιχάλες να ξεδιψάσουν τους Αγγέλους τους....
να καις, να καίγεσαι και να θεριεύεις μεσα από τις Φλόγες της Γραφής σου....
Θέλω να σε Δω....όταν με μία λέξη μαγεύεις τον Κόσμο....
http://pavlidoykakia.blogspot.com
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική
Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε
Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.
V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης
Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.
VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας
Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !
VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.
Τη μοναξιά μου κόκκινη απόψε θα στολίσω και τη ζωή απ την αρχή εγώ ξανά θ αρχίσω… θα έχει πορφύρα στα μαλλιά στα χείλη θα έχει ρόδα έλα λοιπόν αγάπη μου να κάνουμε μια πρόβα… ξέρω τη μοναξιά εσύ πως δεν την έχεις νοιώσει και τη δική μου την καρδιά εσύ έχεις προδώσει… ξέρεις τι είναι μοναξιά ? μόνος να συνεχίζεις στα μονοπάτια της ζωής μόνος σου να βαδίζεις … ξέρεις τι είναι μοναξιά? χωρίς ούτε ένα χάδι σαν τον αλήτη να γυρνάς απ το πρωί έως το βράδυ… κι όμως αυτή τη μοναξιά εγώ θα την γκρεμίσω και την αγάπη απ την αρχή θέλω να ξαναχτίσω… μα με γερά θεμέλια να μην μπορεί να σπάσει κι αυτή την ευτυχία μας κανείς να μην χαλάσει…
Τι είναι αυτό που μας κρατά Αιώνια δεμένους Και στην αγάπη αγάπη μου Πάντα μαζί μπλεγμένους? Άλλοι το λένε ριζικό Και άλλοι πεπρωμένο Γιατί της μοίρας μας αυτό Θα είναι το γραμμένο… Είναι μια δύναμη αυτή Που τη ζωή ορίζει Και αν πονάμε αγάπη μου Αυτή δεν ξεχωρίζει… Είναι το χέρι του θεού Που κάτι έχει γράψει Και όλα αυτά τριγύρω μας Για εμάς τα έχει φτιάξει… Είναι η αγάπη αγάπη μου Που καίει την καρδιά μας Και ξεπερνάει εμπόδια Που βρίσκονται μπροστά μας … Είναι γραφτό της μοίρας μας Όλα να ξεπερνιούνται Κι άσε τους άλλους γύρω μας Διαρκώς να το αρνιούνται.. Αν είναι η αγάπη δυνατή Όπως η μοίρα ορίζει Κάθε λογής εμπόδιο Σαν στάρι το θερίζει…