Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΤΑΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΤΑΓΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Έκδοση ακάλυπτης επιταγής-Δικαιούχος για την υποβολή έγκλησης....Δικαιούχος για την υποβολή έγκλησης....(Αριθμ. Απόφ. 24/2006 (Ε' Τμ. Α.Π.))) Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημητριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.



Αριθμ. Απόφ. 24/2006 (Ε' Τμ. Α.Π.)



Περίληψη



Έκδοση ακάλυπτης επιταγής - Έγκληση - Υπέρβαση εξουσίας - Αναίρεση -. Δικαιούχος για την υποβολή έγκλησης για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της εξ' αναγωγής, αφού προηγουμένως την εξόφλησε, διότι η περιουσιακή βλάβη του τελευταίου δεν είναι απότοκη του παραπάνω εγκλήματος, αλλά της εξ' αναγωγής ευθύνης του. Αναιρείται λόγω υπέρβασης εξουσίας η προσβαλλόμενη απόφαση που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ενώ έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, αφού την έγκληση υπέβαλε o ως εξ' αναγωγής κομιστής της επιταγής, την οποία στη συνέχεια μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην Τράπεζα Κύπρου και όχι η τελευταία, η οποία ήταν και η δικαιούχος υποβολής της έγκλησης ως τελευταία κομίστρια της επίδικης επιταγής.



Κείμενο Απόφασης

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημητριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Α. του Α., κατοίκου Ν. Λιοσίων, Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγαπητό, για αναίρεση της ΒΤ5947/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1897/2005. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν.5960/1933 «περί επιταγής», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α' του ν.2408/1996, προκύπτει, ότι δικαιούχος προς υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίσθηκε η επιταγή στον πληρωτή και όχι οποιοσδήποτε άλλος που έγινε κομιστής της επιταγής εξ αναγωγής, καθόσον ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος είναι εκείνος της εμφανίσεως της επιταγής και η έγκληση χορηγείται στον παθόντα κομιστή που την εμφανίζει και διαπιστώνεται η αδυναμία ικανοποιήσεώς του, λόγω της ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη. Η λύση αυτή συμπορεύεται με τη γενική διάταξη του άρθρου 118 παρ.1 του ΠΚ που ορίζει ότι το δικαίωμα της εγκλήσεως ανήκει στον αμέσως παθόντα από την αξιόποινη πράξη, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά με ειδική διάταξη. 'Ετσι στο εν λόγω έγκλημα αμέσως ζημιωθείς, που δικαιούται και αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ, είναι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της και βεβαιώσεως της μη πληρωμής της, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.5 του ν.5960/1933, που συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α' του ν.2408/1996, δεν προκύπτει σαφής βούληση του νομοθέτη να επεκτείνει το δικαίωμα εγκλήσεως και στον εξ αναγωγής υπόχρεο προς πληρωμή, ο οποίος έγινε κομιστής της επιταγής, αφού προηγουμένως την εξόφλησε. Και ναι μεν η περιουσιακή βλάβη του τελευταίου (από την εξόφληση της επιταγής) ανάγεται αιτιοκρατικά στην έλλειψη κεφαλαίων για την κάλυψη της επιταγής, όμως δεν είναι απότοκη, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, του παραπάνω εγκλήματος, αλλά της εξ αναγωγής ευθύνης του, η οποία προβλέπεται ειδικά στο νόμο (Ολ.ΑΠ 30/2003). Εξάλλου κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως κατά αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Τέτοια δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε νομότυπα η απαιτούμενη έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου της αναιρέσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εξεδωσε στον Πειραιά στις 15-1-1998 την υπ' αριθμ. 9146797-8 τραπεζική επιταγή, σε διαταγή του Δημητρίου Ζώη, πληρωτέα από την τράπεζα EUROBANK, ποσού 1.500.000 δραχμών. Ο παραπάνω λήπτης της επιταγής μεταβίβασε αυτήν με οπισθογράφηση προς την τράπεζα Κύπρου, η οποία ως νόμιμη κομίστρια την εμφάνισε στις 15-1-1998 προς πληρωμή στην παραπάνω πληρώτρια τράπεζα, αλλά δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν στην τελευταία αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια. Μετά ταύτα ο Δημήτρης Ζώης, ως εξ αναγωγής κομιστής της εν λόγω επιταγής υπέβαλε κατά του κατηγορουμένου την από 14-4-1998 έγκληση, με βάση την οποία ασκήθηκε κατ εκείνου ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 του ν.5960/1933. Δικαίωμα όμως υποβολής εγκλήσεως είχε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μόνο η Τράπεζα Κύπρου, ως κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως κατά το χρόνο εμφανίσεως και μη πληρωμής της επίμαχης επιταγής και εντεύθεν ως αμέσως παθούσα από την ως άνω αξιόποινη πράξη. Κατά συνέπεια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος και καταδίκασε αυτόν σε φυλάκιση 15 μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ, για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933, υπερέβη την εξουσία του, καθόσον άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. 'Ετσι κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αναιρετέα, κατά τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ βάσιμο περί τούτου λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Στη συνέχεια πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του .5960/1933, σύμφωνα με το άρθρο 517 παρ.2 του ΚΠΔ.
Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ'αριθμ. ΒΤ 5947/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά του Κ. Α. του Α. ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933, πράξη που φέρεται ως απ'αυτόν τελεσθείσα στον Πειραιά στις 15-1-1998 σε βάρος του Δ. Ζ.. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2005. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιανουαρίου 2006.

http://www.taxheaven.gr/laws/circular/index/circular/7932

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

ΕΠΙΤΑΓΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΕ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΙΤΙΑ!!




Δικαστήριο:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΤΜΗΜΑ Α'
Τόπος:
ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης:
1672
Ετος:
1988

Περίληψη
Επιταγή - Παίγνιο - Ενστάσεις. Οι υπόχρεοι από πιστωτικούς τίτλους, όταν ενάγονται, δεν μπορούν να αντιτάξουν ενστάσεις που απορρέουν από τις προσωπικές σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, παρά μόνον όταν ο κομιστής ήταν γνώστης των ενστάσεων αυτών και ενεργούσε με σκοπό τη βλάβη του οφειλέτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, νόμιμα προβάλλεται η ένσταση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, εφόσον ο τελευταίος από οπισθογράφηση κομιστής γνώριζε ότι η οφειλή του υπόχρεου εκδότη προερχόταν από παράνομη αιτία και ότι αυτός είχε εκδόσει την επιταγή υπό καθεστώς απειλής κατά της ζωής του, λόγω χρέους που προερχόταν από παίγνιο.

Κείμενο Απόφασης
Κατά γενική αρχή που συνάγεται από τη σαφή διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 "για τις επιταγές", η οποία είναι ταυτόσημη. με εκείνη του άρθρου 17 του ν. 5325/1932 "για τις συναλλαγματικές". τα υπόχρεα από τους ανωτέρω πιστωτικούς τίτλους πρόσωπα, αναγόμενα από το νόμιμο (από οπισθογράφηση) κομιστή τους. δε μπορούν να αντιτάξουν ενστάσεις που πηγάζουν από τις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγουμένους κομιστές. όπως είναι και η ένσταση του αθεμίτου ή ανισχύρου της αιτίας ή της ασκουμένης κατά τους όρους των άρθρων 150 και 151 ΑΚ ψυχολογικής βίας. Κατ' εξαίρεση όμως επιτρέπεται η προσβολή των ανωτέρω ενστάσεων όταν ο κομιστής κατά την κτήση του πιστωτικού τίτλου από το ένα μέρος τελούσε σε γνώση για την ύπαρξη των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των προ αυτού κομιστών του τίτλου, από το άλλο δε ενήργησε έτσι για βλάβη του οφειλέτη. Τέτοια ενέργεια υπάρχει όταν αυτός γνωρίζει. κατά την απόκτηση του τίτλου.ότι με τη μεταβίβαση αυτή μπορεί να ματαιωθεί η προβολή των ανωτέρω ενστάσεων και ότι έτσι επιτυγχάνεται η πληρωμή του τίτλου, η οποία χωρίς την ανωτέρω μεταβίβαση δε θα πραγματοποιόταν.Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως λόγοι ακυρώσεως της επίμαχης διαταγής πληρωμής προβάλλονται από το ένα μέρος το ανίσχυρο κατά το άρθρ. 844 ΑΚ της από επιταγή οφειλής του αναιρεσείοντος, ως
προερχομένης από παίγνιο, από το άλλο δε ο εξαναγκασμός του σε έκδοση. μεταξύ άλλων, και της υπόψη επιταγής σε διαταγή τρίτου προσώπου, συνεπεία απειλής βίας ενωμένης με κίνδυνο της ζωής. που ασκήθηκε παράνομα σε βάρος του υπό την απειλή περιστρόφου, από σπείρα χαρτοπαικτών και χαρτοκλεπτών και ότι ο αναιρεσίβλητος, τελευταίος από οπισθογράφηση κομιστής της εν λόγω επιταγής, κατά την απόκτησή της, εγνώριζε την παράνομη αιτία για την οποία εκδόθηκε και την απειλή που ασκήθηκε εναντίον της ζωής του αναιρεσείοντος, καθόσον τα ανωτέρω πρόσωπα ήταν φίλοι και πελάτες της χαρτοπαικτικής του λέσχης,στην οποία συνέβησαν τα εν λόγω γεγονότα και ο ίδιος μετείχε στις διαπραγματεύσεις που διεξήγαγε τρίτος κατ' εντολή του αναιρεσείοντος για την επιστροφή σ' αυτόν των επιταγών, που του απόσπασαν κατά τον παράνομο αυτό τρόπο, προς αποφυγή καταμηνύσεώς τους.

Πρόεδρος:
ΧΡ. ΠΛΟΥΜΗΣ
Εισηγητές:
ΑΡΙΣΤ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
 
Δημοσίευση:
Ελληνική Δικαιοσύνη
ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
Ετος:
1990
Τόμος:
31
Σελ.:
1415

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΕΥΘΥΝΗ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΜΠΛΟΚ ΕΠΙΤΑΓΩΝ (ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΘΗΚΑΝ)




Με την απόφαση 1768/2009 του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε αναίρεση κατά της υπ' αρ. 6.490/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών σύμφωνα με την οποία
"Οι εν λόγω προστηθέντες (σ.σ. υπάλληλος και δικηγόρος) της τράπεζας, αν και υποχρεούντο, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και τις σχετικές εγκυκλίους της τράπεζας, να προβαίνουν σε προηγούμενο έλεγχο για την έκδοση βιβλιαρίου επιταγών, αυτοί από αμέλειά τους, παρέλειψαν να προβούν στον έλεγχο αυτό και παρέδωσαν στον εμφανισθέντα ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας το μπλόκ των επιταγών, από το οποίο εκδόθηκαν μετέπειτα από αυτόν, υπογράφοντας υπό την εταιρική επωνυμία, οι άνω μη πληρωθείσες επιταγές, νόμιμος κομιστής των οποίων ήταν ο ενάγων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε δέχθηκε την εξ αδικοπραξίας αγωγή αυτού και κατεδίκασε τους ήδη αναιρεσείοντες (Τράπεζα και προστηθέντες) να του καταβάλουν ως αποζημίωση, (περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη) εις ολόκληρον δε ο καθένας και νομιμοτόκως, ποσό 16.147.39 ευρώ. " 
dikastis.gr

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΕΠΙΤΑΓΗ ΕΧΕΙ ΜΟΝΟΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΛΟΓΡΑΦΟς ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΥΠΙΚΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΗ




ΕιρΠειρ 21/2009
Εννοια υπογραφής ως τυπικού στοιχείου της έγκυρης επιταγής - Διάκριση υπογραφής από μονογραφή -.


Προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής είναι η χρηματική απαίτηση του αιτούντος να αποδεικνύεται εγγράφως. Δεν υπάρχει έγγραφη απόδειξη, όταν από το έγγραφο δεν προκύπτει ονομαστικά ο υπόχρεος. Επιταγή η οποία δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη, αλλά τη μονογραφή του, από την οποία ουδόλως προκύπτει η ταυτότητά του, είναι άκυρη ελλείψει τυπικού στοιχείου. Ακυρη και η διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε βάσει της ως άνω άκυρης επιταγής.


ΓΑΚ  1712/2008


Αριθμός 21/2009
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ
(Διαδικασία Πιστωτικών Τίτλων)


Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Εμμανουήλ Βαρδουλάκη και τη Γραμματέα Δήμητρα Παπανδρέου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 2-6-2008, για να δικάσει την από 3-4-2008 ανακοπή με αριθμό καταθέσεως 34/2008 μεταξύ των:

ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: Ε. Ν. του Κ., κατοίκου Πειραιά, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Διονύσιος Μπαράτης.

ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Κ. Σ. του Ι., κατοίκου Ν. Σμύρνης, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Χαραλαμπέα.

Της ανακοπής αυτής δικάσιμος ορίσθηκε με την από 4-4-2008 πράξη της Ειρηνοδίκη αυτή που αναφέρεται στην αρχή.

Αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του εκθέματος, Δικαστήριο έλαβε υπόψη όσα γράφθηκαν στα πρακτικά.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 5960/1933 «Περί Επιταγής», η επιταγή πρέπει να περιέχει ορισμένα τυπικά στοιχεία, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακυρότητα του τίτλου κατά το νόμο της επιταγής (άρθρο 2). Μεταξύ δε των άλλων τυπικών στοιχείων η επιταγή πρέπει να περιέχει και την υπογραφή του εκδίδοντος της επιταγή (εκδότης). Η υπογραφή αυτή στα φυσικά πρόσωπα περιλαμβάνει το όνομα και το επώνυμο, ενώ στα νομικά πρόσωπα περιλαμβάνει την επωνυμία και την υπογραφή του εκπροσώπου τους. Το επώνυμο πρέπει κατ' αρχήν να αναγράφεται ολόκληρο, το δε όνομα μπορεί να είναι και συντετμημένο. Σύμφωνα με το γράμμα του νόμου δεν επιτρέπεται αντί της υπογραφής του εκδότου να τίθεται η μονογραφή του (βλ. Ι. Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, β' έκδοση, σελ. 45, 59, Νικ. Ρόκα, Αξιόγραφα σελ. 65, 138, ΕφΠειρ. 77/1985 ΕλλΔ/νη 1985, 746). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφ' ενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφ' ετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (βλ. ΑΠ 10/3977, Δ. 29,379). Ιδιωτικό έγγραφο κατά την έννοια του νόμου θεωρείται κάθε έγγραφο το οποίο δεν είναι δημόσιο και φέρει την υπογραφή του εκδότη κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, έγγραφη δε απόδειξη δεν υπάρχει όταν υφίσταται μεν το έγγραφο και αποδεικνύεται απ' αυτό το ύψος της απαίτησης και ο δικαιούχος αυτής, όχι όμως ονομαστικά ο υπόχρεως (βλ. Εφ.ΑΘ. 4987/2003, Ελλ.Δ/νη 45, 519, Εφ.ΑΘ. 13978/1988 Ε.Εμπ.Δ. ΜΑ', 73).


Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακοπή κατά της με αριθ. 305/2008 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Δικαστηρίου τούτου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των άρθρων 638-644 ΚΠολΔ κατά την οποία δικάζεται η διαφορά από την απαίτηση (τραπεζική επιταγή), με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής (άρθρο 632 παρ. 1, 3 του ίδιου Κώδικα). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής.


Ο ανακόπτων ζητά με την ανακοπή του, όπως το Δικαστήριο εκτιμά τους δύο πρώτους λόγους αυτής σε ενιαίο και αυτοτελή λόγο, να ακυρωθεί η παραπάνω διαταγή πληρωμής, διότι η επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε εις βάρος του η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη επί του σώματος της, δηλαδή ούτε το όνομα ούτε το επώνυμο του, αλλά στο χώρο που προορίζεται για την άνω υπογραφή (του εκδότη) έχει τεθεί απλή μονογραφή, με συνέπεια, καθότι από αυτήν (επιταγή) ελλείπει ένα από τα τυπικά στοιχεία της, όπως το προαναφερόμενο (υπογραφή εκδότη), αυτή να είναι άκυρη. Κατ' επέκταση ότι το έγγραφο αυτό (επιταγή), στερούμενο της ταυτότητας του υπόχρεου (εκδότη), δεν αποδεικνύει ούτε την αναγραφόμενη σ' αυτήν χρηματική απαίτηση, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής με συνέπεια και η κρινόμενη διαταγή πληρωμής, να είναι άκυρη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις που εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Αποδεικνύεται δε και η ουσιαστική του βασιμότητα, διότι, όπως προκύπτει από το ίδιο το σώμα της με αριθ. ... επιταγής της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε., με βάση την οποία εκδόθηκε από τη Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, υπέρ του καθ' ου η ανακοπή και σε βάρος του ανακόπτοντος, την οποία ο πρώτος προσκομίζει στο Δικαστήριο, αυτή (επιταγή) δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη, κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην παραπάνω νομική σκέψη, αλλά απλή μονογραφή αυτού, από την οποία ουδόλως προκύπτει η ταυτότητα του. Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην ίδια, επίσης, παραπάνω νομική σκέψη, η συγκεκριμένη επιταγή καθότι στερείται τυπικό στοιχείο αυτής, ήτοι την υπογραφή του εκδότη, αυτή είναι άκυρη, αφού δεν προκύπτει το υπόχρεο πρόσωπο για την αναφερόμενη σ' αυτή χρηματική απαίτηση και επομένως είναι άκυρη και η διαταγή πληρωμής η οποία εκδόθηκε χωρίς την παραπάνω διαδικαστική προϋπόθεση. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων της ανακοπής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, κατόπιν του σχετικού αιτήματος του, πρέπει να επιβληθεί εις βάρος του καθ' ου η ανακοπή, λόγω της ήττας του (άρθρα 191 παρ. 2 και 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει την με αριθ. 305/2008, προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής της Δικαστού του Δικαστηρίου τούτου και

Επιβάλλει εις βάρος του καθ' ου η ανακοπή, τη δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά στις 22-4-2009, σε έκτακτη, δημόσια και στο ακροατήριό του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.


Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

     

ΕΠΙΤΑΓΕΣ ΕΥΚΟΛΙΑΣ- νομολογία- ΑΡΙΘΜΟΣ: 5289/2007


(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Επιταγή ευκολίας. Περιεχόμενο της σχετικής ένστασης. Κακή πίστη κομιστή. Πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο της οπισθογράφησης της επιταγής. Κρίθηκε ότι η τράπεζα στην οποία μεταβιβάστηκε η επιταγή ως ενέχυρο μπορούσε να διακρίνει ότι στην εκδότρια και την λήπτρια μετείχαν συγγενικά πρόσωπα, δεν ζήτησε συμπληρωματικά στοιχεία της συναλλαγής και γνώριζε ότι η λήπτρια ήταν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, γνώριζε ότι η επιταγή ήταν ευκολίας και ότι λαμβάνοντας την επιταγή θα ματαίωνε τις ενστάσεις της ανακόπτουσας και θα πετύχαινε την πληρωμή της επιταγής. Απορρίπτει έφεση. Εισήχθη με επιμέλεια της Φωτεινής Μαυρίδου, δικηγόρου Θεσσαλονίκης.
  
ΑΡΙΘΜΟΣ: 5289/2007
 TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ        
ΤΜΗΜΑ 14ο

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ   από   τους  Δικαστές................. Πρόεδρο Εφετών, Και Β.
Ηλιοπούλου, Εισηγήτρια, Εφέτες και τη Γραμματέα.......................
         
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 10 Μαΐου 2007 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
       ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "........" (πρώην "..........") και διακριτικό τίτλο "............", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αθήνα επί της οδού .............
      ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..........", που
εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Η εκκαλούσα τραπεζική εταιρία είχε ζητήσει από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την έκδοση της με αριθμό 11363/2005 διαταγής πληρωμής, κατά της οποίας η εφεσίβλητη είχε ασκήσει την από 11-1-2006 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 7550/96/2006 ανακοπή (κατά άρθρο 632 Κ.Πολ,Δ.) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητώντας την ακύρωση της. Επί αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 773/2006 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την ανακοπή της εφεσίβλητης και ακύρωσε την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εκκαλούσα με την με αριθμό 8572/2006 έφεση της, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.
     Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
 ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 
      Η κρινόμενη έφεση της καθ` ης η ανακοπή κατά της υπ. αρ. 773/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (635 επ. ΚΠΟΛΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση από τη δημοσίευση δε αυτής μέχρι την άσκηση της κρινόμενης έφεσης δεν έχει παρέλθει τριετία (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια διαδικασία (533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
        Με την ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η ανακόπτουσα ζήτησε την ακύρωση της υπ. αρ. 11363/2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την ανακοπή κατ` ουσίαν και ακύρωσε την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η καθ’ ης η ανακοπή, για τους αναφερόμενους στην έφεση της λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό να απορριφθεί η ανακοπή.
      Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933, η οποία είναι ταυτόσημη, με εκείνη του άρθρου 17 του ν. 5325/1932 (για τις συναλλαγματικές), τα εναγόμενα εξ επιταγής πρόσωπα δύνανται να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη, ή τους προηγούμενους κομιστές, μόνον αν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη (ΑΠ 280/1997, ΔΝΗ 1998, 108, ΑΠ 623/94 Δνη 36, 348). Δηλαδή, για την δυνατότητα προβολής κατά του τρίτου κομιστή ενστάσεων, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εκδότου και των προηγούμενων οπισθογράφων, απαιτείται αφενός μεν γνώση του κομιστή της επιταγής του λόγου της ένστασης κατά το χρόνο της κτήσης της, αφετέρου σκοπός βλάβης του οφειλέτη κατά τον ίδιο χρόνο (ΑΠ 8/1994 ΝοΒ 42, 1145, ΑΠ 370/1993 Δνη 1994. 397, ΕΑ 806/1999 Δνη 2000, 491). Η γνώση του τρίτου και η ενέργεια του προς βλάβη του οφειλέτη, αποτελούν στοιχεία της προβαλλόμενης ένστασης και πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της ανακοπής. Μόνη η γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων δεν αρκεί, αλλά απαιτείται ο κομιστής να ενεργεί προς το σκοπό να πληρωθεί η επιταγή (ΑΠ 248/2001 ΔΕΕ2001. 888, ΑΠ 155/1999 ΕΕμπΔ 1999. 538, ΑΠ 623/1994 ΕλλΔνη 1995. 348. ΑΠ 274/1994 ΝοΒ 1995. 58, ΑΠ 1664/1991 ΕλλΔνη 1993. 336). Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, συνάγεται το αναιτιώδες της ενοχής από επιταγή, πλην ο καλούμενος σε πληρωμή οφειλέτης δύναται, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, να προβάλει ενστάσεις από την υποκείμενη σχέση, δηλαδή την αιτία. Τέτοια ένσταση είναι και ο ισχυρισμός ότι η επιταγή είναι ευκολίας.     Το περιεχόμενο της ένστασης αυτής είναι ότι ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, που να δικαιολογεί την έκδοση αυτής, ενώ, κατά την πρόθεση αμφοτέρων,   η   έκδοση   αυτής,  της   επιταγής δεν πρόκειται να δημιουργήσει πράγματι νομικό δεσμό μεταξύ των προσώπων αυτών, ο δε σκοπός στον οποίο αυτοί απέβλεψαν ήταν απόκτηση πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων (ΑΠ 1672/1988 ΕλΔ 31, 1415, ΑΠ 579/1979 ΕΕμπΔ 1980, 103, ΕφΑΘ 5757/2003 ΕλΔ 45, 862, ΕφΑΘ 5916/2002 ΕλΔ 44,833, ΕφΑθ 1324/2000 ΕλΔ 41, 1392). Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής ευκολίας, ήτοι χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος, όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση κάποιου (του λήπτη της επιταγής ή και του πρώτου κομιστή αυτής κατά περίπτωση), ώστε έτσι να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον (ΕφΑΘ 2623/206, ΝΟΜΟΣ, ΔΕΕ 2006/1045, ΕφΑΘ 5916/2002, ΕφΑΘ 1324/2000, ό.π.)• Η κακή πίστη του κομιστή πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο οπισθογράφησης της επιταγής και ουδεμία ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση (ΑΠ. 370/1993 ΕλλΔνη 1994. 397, Εφ.Ιωαν 170/2002 ΔΕΕ 2003.810, ΕφΑΘ 446/1999 ΕλλΔνη 40. 1137).
          Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ανακόπτουσας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, από την υπ. αρ. 2605/2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας καθ `ης η ανακοπή, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου, κατά τα άρθρα 643 παρ. 2 και 650 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ, (βλ. την υπ.αρ. 1178Γ/2007 έκθ. Επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Δ. Τσότσου), από την υπ. αρ. 2852/2007 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνστάντιας Πετροπούλου, που λήφθηκε με επιμέλεια της εφεσίβλητης-ανακόπτουσας επίσης μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της (βλ. την υπ. αρ. 2509Γ/4-5-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Βασιλείου Γυαλιά) και από όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι υπ. αρ. 2141/2005 και 2354/2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνστάντιας Πετροπούλου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης συναφούς με την παρούσα δίκης μεταξύ των ίδιων διαδίκων (ΑΠ 1148/2002 ΝΟΜΟΣ και ΔΝΗ 2004, 408 ΑΠ 929/2003, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 540/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 430/2003 ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά: 
       Η ανακοπτόμενη με αριθμό 11363/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε, κατόπιν αιτήσεως της καθ ής η ανακοπή - εκκαλούσας τράπεζας, με βάση την υπ. αρ. 09003831-2 μεταχρονολογημένη επιταγή, την οποία εξέδωσε η ανακόπτουσα με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2005, ποσού 40.000 ευρώ, πληρωτέα από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "..........", ο νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία ".........", η οποία τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην καθ` ης η ανακοπή τράπεζα λόγω ενεχύρου, η τελευταία δε την εμφάνισε προς πληρωμή στις 30-6-2005 πλην όμως η επιταγή σφραγίσθηκε ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων της εκδότριας εταιρείας. Η επιταγή αυτή εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2004 από την ανακόπτουσα "........" σε διαταγή της εταιρείας ".........". Ο εκπρόσωπος της τελευταίας εταιρείας, ο ...... είναι αδελφός των ........, εταίρων και στις δύο εταιρείες, και σύζυγος της........, η οποία μαζί με τον ........ είναι διαχειριστές της εκδότριας της επιταγής και ανακόπτουσας. Τον Μάρτιο του 2004 η λήπτρια της επιταγής "........." αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας των οποίων είχαν σφραγισθεί επιταγές της, της είχε δε αφαιρεθεί το βιβλιάριο επιταγών και είχε καταχωρισθεί στην εταιρεία με την επωνυμία "........." για έκδοση πολλών ακάλυπτων επιταγών. Επειδή υπήρχαν σε βάρος της αυτά τα δυσμενή στοιχεία, ο εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρείας, για την οποία δεν υπήρχαν δυσμενή στοιχεία, εξέδωσε την επίδικη επιταγή σε διαταγή της εταιρείας αυτής, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, εταίρος ήταν και ο ίδιος και οι αδελφοί του, με σκοπό την τελευταία αυτή εταιρεία να μεταβιβάσει την επιταγή στην εταιρεία με την επωνυμία "........", προκειμένου αυτή να επιτύχει τη χρηματοδότηση της από την καθ` ης τράπεζα, μεταβιβάζοντας λόγω ενεχύρου την επίδικη επιταγή, μαζί με άλλες πέντε που εκδόθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο. Πράγματι η εταιρεία "......." οπισθογράφησε και παρέδωσε ως ενέχυρο την επιταγή στην καθ` ης τράπεζα στις 17-9-2004 και χρηματοδοτήθηκε με το ανάλογο ποσό από την καθ` ης, με την οποία συνεργαζόταν από προηγούμε-
να έτη.
        Κατά το χρόνο όμως αυτό (17-9-2004) αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η καθ` ης η ανακοπή γνώριζε την έλλειψη υποκείμενης σχέσης μεταξύ της εκδότριας και της λήπτριας της επιταγής και ειδικότερα ότι η εν λόγω επιταγή ήταν επιταγή ευκολίας καθώς και on λαμβάνοντας την επίδικη επιταγή θα ματαίωνε την προβολή των ενστάσεων της ανακόπτουσας και θα πετύχαινε το σκοπό της, που ήταν η πληρωμή της επιταγής, η οποία αλλιώς δεν θα πληρωνόταν, αν δεν είχε μεταβιβασθεί σε αυτήν η επιταγή λόγω ενεχύρου. Η γνώση της συνάγεται από τα ακόλουθα στοιχεία: Πρώτα απ` όλα από τις σφραγίδες στο σώμα της επιταγής ήταν εμφανές ότι εκδότρια και λήπτρια εταιρεία έχουν ως μέλη συγγενικά πρόσωπα. Επίσης ήταν γνωστή στην καθ` ης η κακή οικονομική κατάσταση της λήπτριας της επιταγής, η οποία αφενός αδυνατούσε να πληρώσει το προερχόμενο από τη μεταξύ τους σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού χρεωστικό σε βάρος της υπόλοιπο προς την ίδια καθ` ης, αφετέρου είχε καταχωρισθεί στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ για έκδοση πολλών ακάλυπτων επιταγών.                    
        Και αυτό το τελευταίο το γνώριζε η καθ` ης από το σχετικό έλεγχο που διενήργησε. Δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι ο υπάλληλος της καθ` ης έλεγξε τη φερεγγυότητα μέσω του συστήματος ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ μόνο της εκδότριας και όχι και της λήπτριας, παρά το γεγονός ότι, όταν πρόκειται για χρηματοδότηση και προς αποφυγή λήψης επιταγών ευκολίας που ανακαλούνται τελικώς από τους εκδότες τους, ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται με τις εγκυκλίους και της ίδιας της καθ` ης και αυτό συμβαίνει πράγματι στη πράξη, όπως βεβαιώνει και η μάρτυρας της καθ` ης, πρώην υπάλληλος της, και παρά το γεγονός ότι υπήρχαν εξαιρετικές περιπτώσεις που επέβαλαν αυτόν τον έλεγχο, λόγω του ότι χρηματοδοτούμενη από την καθ` ης ήταν η εταιρεία ".........", για την οποία όμως δημοσιεύονταν καθημερινά στον τύπο άρθρα αρνητικά για την οικονομική της πορεία και για την πορεία της μετοχής της. Η γνώση αυτών των δύο στοιχείων, δηλαδή συγγενική σχέση των εταίρων εκδότριας και λήπτριας και η πολύ κακή οικονομική κατάσταση της λήπτριας, μαρτυρούν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, έκδοση της επίδικης επιταγής ευκολίας και σε αυτό το συμπέρασμα οδηγήθηκε και ο αρμόδιος υπάλληλος της καθ` ης, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι, ενώ υπήρχαν αυτά τα στοιχεία, δεν ζητήθηκαν παραστατικά (τιμολόγια κτλ.) που να βεβαιώνουν τη συναλλαγή μεταξύ των δύο εταιρειών, διότι ήταν προφανές ότι δεν υπήρχε καμία συναλλαγή. Δέχθηκε λοιπόν η καθ` ης τη μεταβίβαση της επιταγής λόγω ενεχύρου από την εταιρεία "..........", με την οποία είχε συνάψει σύμβαση χρηματοδότησης από τον Ιούνιο του 2004, προσβλέποντας στην φερεγγυότητα της εκδότριας και γνωρίζοντας ότι έτσι θα ματαίωνε την προβολή  των ενστάσεων της  εκδότριας  και  θα  πετύχαινε  την αποδεικτικά", δεν ζητήθηκαν από τους αρμόδιους υπαλλήλους της καθ` ης παραστατικά, αποδεικτικά των συναλλαγών μεταξύ των προσώπων που υπέγραψαν με οποιαδήποτε ιδιότητα την επίδικη επιταγή, διότι γνώριζε η καθ` ης ότι δεν υπήρχαν, αφού αυτή ήταν επιταγή ευκολίας, και προσέβλεπε στη φερεγγυότητα της ανακόπτουσας.
       Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, και αφού δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε.
        Συνεπώς η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. 
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ` ουσία την έφεση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις........ με την ως άνω σύνθεση.


          Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και δημοσιεύθηκε στις 31 -7-2007 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο
του με τη σύνθεση που αναφέρεται στο πρακτικό δημοσίευσης.

          Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Β



ΕΠΙΠΛΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΓΟΥΣΤΟ