Είχα, τότε, καλά επιχειρήματα, σήμερα είναι ακόμα καλύτερα.
Κάποτε οι πολιτικές ιδέες είχαν σημασία στα μάτια των πολιτών και καθόριζαν την εκλογική τους επιλογή. Υπήρχε τότε ένα πολύ ξεκάθαρο όριο ανάμεσα στην αριστερά και τη δεξιά, ανάμεσα στους προοδευτικούς και τους συντηρητικούς. Ήδη όμως από τότε φαινόταν καθαρά ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις είχαν κερδηθεί πρώτα απ’ όλα στους δρόμους, με τις εξεγέρσεις, τις απεργίες ή τις μεγάλες λαϊκές διαδηλώσεις. Οι λαϊκοί ρήτορες και οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι σοσιαλιστές και «κομμουνιστές» απέδιδαν κατόπιν στον εαυτό τους τα εύσημα και επωφελούνταν για
να ασκούν την επιρροή τους στις μάζες. Χωρίς την αποφασιστικότητα των διεκδικητικών κινημάτων δεν θα υπήρχε ούτε μείωση του χρόνου εργασίας, ούτε πληρωμένες διακοπές, ούτε δικαιώματα περίθαλψης, επίδομα ανεργίας, προνόμια που οι πολυεθνικές μαφίες κατεδαφίζουν σήμερα, με τη βοήθεια των κυβερνήσεων της δεξιάς και της αριστεράς.
Πολύ σύντομα είδαμε το εργατικό κίνημα να γίνεται γραφειοκρατικό. Φάνηκε ότι τα κόμματα και τα συνδικάτα τα απασχολούσε περισσότερο η αύξηση της εξουσίας τους παρά η προστασία ενός προλεταριάτου που μέχρι τη δεκαετία του 1960 υπερασπιζόταν μια χαρά τον εαυτό του. Το κόκκινο έγινε ροζ και το ρόδο φυλλορρόησε. Καθώς ο σοσιαλδημοκρατικός ρεφορμισμός γινόταν καπνός, η απάτη του λεγόμενου «κομμουνιστικού» κινήματος κατέρρεε με τη διάλυση της σταλινικής αυτοκρατορίας, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο σε μια πραγματική αποικιοποίηση των μαζών. Η ανάδυση και η κυριαρχία μιας οικονομίας κατανάλωσης ήρθαν όντως στην κατάλληλη στιγμή να αντισταθμίσουν τα δυσάρεστα αποτελέσματα της απο-αποικιοποίησης που οι λαοί του τρίτου κόσμου είχαν αποσπάσει διά της βίας.

Ο μύθος της κοινωνίας της ευδαιμονίας, που προπαγανδίζει ο καταναλωτισμός και που καταγγέλθηκε απ’ το Μάη του ’68, αποσυντίθεται σήμερα και συνοδεύει στη χρεοκοπία του τον χρηματιστηριακό καπιταλισμό, που η κερδοσκοπική του φούσκα σκάει και αποκαλύπτει
γύρω μας το κενό που δημιούργησε το τρελό χρήμα, το χρήμα που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή του σε κλειστό κύκλωμα (όχι χωρίς να γεμίζουν στο διάβα του οι τσέπες των μαφιόζων μπίζνεσμαν και των πολιτικών, που μόλις ξαναεκλεγούν θα συστήσουν λιτότητα).
Εν τω μεταξύ το σουπερμάρκετ έγινε το πρότυπο της δημοκρατίας: διαλέγουμε ελεύθερα οποιοδήποτε προϊόν, φτάνει να το πληρώνουμε βγαίνοντας. Το σημαντικό για την οικονομία και αυτούς που επωφελούνται είναι να μας κάνουν να καταναλώνουμε οτιδήποτε για να ανεβαίνει ο τζίρος. Μέσα στην πελατειακή πολιτική που μας μαστίζει σήμερα, οι ιδέες δεν έχουν περισσότερη αξία από ένα διαφημιστικό φυλλάδιο. Αυτό που μετράει για τον υποψήφιο είναι να μεγαλώσει την εκλογική του πελατεία, ώστε να πάνε οι δουλειές του καλύτερα για τα εγωιστικά του συμφέροντα.
Tι θα πει πραγματική δημοκρατία; Μια συνέλευση πολιτών διαλέγει αντιπροσώπους για να υπερασπιστούν τις διεκδικήσεις της, τους δίνει εντολή να την εκπροσωπούν και τους ζητάει να δώσουν λόγο για την επιτυχία ή την αποτυχία της αποστολής τους. Όμως, σε τι θα με κπροσωπούσαν αυτοί που:
–κλέβουν τον δημόσιο πλούτο,
–χρησιμοποιούν τους δασμούς και τους φόρους των μισθωτών και των μικροεπαγγελματιών για να ξελασπώσουν τις καταχρήσεις των μπάνγκστερ,
–διαχειρίζονται τα νοσοκομεία σαν κερδοσκοπικές επιχειρήσεις χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους ασθενείς,
–προωθούν τα σχολεία-στρατόπεδα και κατασκευάζουν φυλακές και κλειστά κέντρα αντί να πολλαπλασιάζουν τα μικρά σχολεία,
–υποστηρίζουν τις μαφίες των αγροτικών προϊόντων που εκτρέπουν τη διατροφή από τη φύση,
–καταστρέφουν τους τομείς προτεραιότητας (μεταλλουργία, υφαντουργία, κατοικία, ταχυδρομεία, μεταφορές, υαλουργία, εργοστάσια αγαθών χρήσιμων στην κοινωνία);
Απ’ την άκρα αριστερά ως την άκρα δεξιά, αυτό που προέχει είναι η αναζήτηση πελατείας, είναι η εξουσία, το ψέμα, η απάτη και τα φούμαρα. Είναι η περιφρόνηση του φουκαρά που ρίχνει στα χαμένα την εμπιστοσύνη του στην κάλπη χωρίς να σκέφτεται τη χολέρα της απογοήτευσης που, καθώς τον οδηγεί εξαγριωμένο στην τυφλή λύσσα, τον προετοιμάζει για τη βαρβαρότητα του «ο καθένας για πάρτη του» και του «όλοι εναντίον όλων».
Μα, θα πείτε, δεν είναι όλοι οι πολιτικοί διεφθαρμένοι, δεν ξοδεύουν όλοι το χρήμα του φορολογούμενου σε επαγγελματικά ταξίδια, σε έξοδα παραστάσεως, σε διάφορες καταχρήσεις. Μερικοί είναι έντιμοι και αφελείς. Σίγουρα, αλλά αυτοί δεν μένουνε καιρό στην αρένα.
Εν τω μεταξύ χρησιμοποιούνται για προπέτασμα από τους διψασμένους για εξουσία, τους άρρωστους για κυριαρχία, τους διαχειριστές της εκλογικής φάρσας, τους προαγωγούς ενός ίματζ που κοτσάρουν παντού χωρίς να φοβούνται τη γελοιοποίηση. Ας μην παρεξηγηθώ: αν και η κοινοβουλευτική δημοκρατία σαπίζει όρθια, δεν προτείνω ούτε να την εξαφανίσουμε ούτε να την ανεχθούμε σαν το μη χείρον. Δεν θέλω ούτε το «Βούλωσ’ το!» ούτε το «Μη σταματάς να μιλάς!». Θέλω να ξαναβρεί η πολιτική το αρχικό της νόημα: τέχνη της διακυβέρνησης της πολιτείας. Θέλω μια άμεση δημοκρατία που να πηγάζει όχι από δαρμένους, προδομένους πολίτες που λένε «καλά είμαι εδώ», αλλά από άνδρες και γυναίκες που νοιάζονται να προάγουν παντού την αλληλεγγύη και την πρόοδο του ανθρώπου.
Όταν τοπικές κοινότητες δρώντας συνολικά –στο πρότυπο των διεθνών ομοσπονδιών–
αποφασίσουν την αυτοδιαχείρισή τους και εξετάσουν:
–Με ποιο τρόπο θα προωθηθεί η δημιουργία μορφών δωρεάν ενέργειας προς χρήση όλων.
–Πώς θα ιδρυθεί ένας επενδυτικός συνεταιρισμός που θα χρηματοδοτήσει την οικοδόμησή της.
–Πώς θα τεθεί σε λειτουργία η συλλογική διαχείριση ενός επενδυτικού ταμείου συγκροτημένου με τέτοια χρηματοδοτική συμμετοχή που να καθιστά δυνατή την άρνηση των μικρών και μεσαίων εισοδημάτων να καταβάλλουν τους δασμούς και τους φόρους που επιβάλλει το Κράτος-μπάνγκστερ.
–Πώς θα γενικευθεί η κατάληψη των εργοστασίων και η διαχείρισή τους από τους εργαζόμενους σε αυτά.
–Πώς θα οργανωθεί μια τοπική παραγωγή που θα προορίζεται για κατανάλωση από τις τοπικές και τις ομόσπονδες κοινότητες, ώστε να γλιτώσουμε από τις κομπίνες της αγοράς και να εξασφαλίσουμε σιγά σιγά τη δωρεάν διάθεση των αγαθών επιβίωσης, που καταργεί το χρήμα. (Μην πείτε πως είναι ουτοπία! Αυτό ακριβώς έκαναν το 1936 οι ελευθεριακές κοινότητες της Καταλονίας και της Αραγoνίας, πριν να τις συντρίψουν οι κομμουνιστές.)
–Πώς θα διαδοθεί η ιδέα και η πρακτική αυτού του δωρεάν που είναι το μόνο απόλυτο όπλο απέναντι στο εμπορευματικό σύστημα.
–Πώς θα ευνοηθεί η εξάπλωση των λεγόμενων βιολογικών αγροκτημάτων και η διείσδυσή τους μέσα στις πόλεις.
–Πώς θα πολλαπλασιαστούν μικρές σχολικές μονάδες γειτονιάς, απ’ όπου να έχουν εξοριστεί οι έννοιες του συναγωνισμού, του ανταγωνισμού και της αλληλοσφαγής. Ουτοπικό; Όχι. Στο Μεξικό, στο Σαν Κριστομπάλ, το Πανεπιστήμιο της Γης προτείνει μια δωρεάν εκπαίδευση στους πιο διαφορετικούς τομείς (συν τους παραδοσιακούς: εργαστήρια τσαγκαράδων, μηχανικών, ηλεκτρονικών, σιδηρουργίας, φυσικής καλλιέργειας, μαγειρικής, μουσικής, ζωγραφικής κτλ). Η μόνη απαιτούμενη ιδιότητα είναι η επιθυμία για μάθηση. Δεν υπάρχουν διπλώματα, αλλά ζητιέται από αυτούς «που ξέρουν» να μεταδίδουν δωρεάν και παντού τις γνώσεις τους.
–Πώς θα προικιστούν οι τοπικές κοινότητες με υγειονομικούς σταθμούς, όπου θα μπορεί να εξασφαλίζεται η βασική περίθαλψη με τη βοήθεια αγροτικών και συνοικιακών γιατρών.
–Πώς θα οργανωθεί ένα δίκτυο δωρεάν μεταφορών, που να μη μολύνει.
–Πώς θα τεθεί σε λειτουργία μια ενεργή αλληλεγγύη με στόχο τα παιδιά, τους γέροντες, τους αρρώστους και τους αναπήρους, τα άτομα με νοητικές δυσκολίες.
–Πώς θα φτιαχτούν εργαστήρια καλλιτεχνικής δημιουργίας ανοιχτά σε όλους.
–Πώς θα μετατραπούν τα σουπερμάρκετ σε αποθήκες, όπου τα προϊόντα, τερπνά και ωφέλιμα, θα ανταλλάσσονται με πράγματα ή με υπηρεσίες, με στόχο να εξαφανιστεί το χρήμα και η εξουσία.
Τότε θα ψηφίσω. Με πάθος!!!
Τίτλος πρωτότυπου: Pourquoi je ne vote pas
1η έκδοση: Siné Hebdo, τ. 80, 17/3/2010
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα: Bibliothèque des enfants perdus, Αθήνα 2010
(Μτφρ. natadipa)
http://classwar.espiv.net/?p=3022











Οι γυναίκες σκλάβες βρίσκονταν μεταξύ τους σε μιά κατάσταση ανταγωνισμού μέσα στο Χαρέμι πού έμοιαζε σαν μιά μεγάλη θεατρική σκηνή με τους «ηθοποιούς» να εκτελούν ένα πολυδάπανο σε ενδυμασίες δράμα. Με σκοπό να έλξουν τη προσοχή, φτασιδώνονταν, έβαφαν τα μάτια τους και έβαζαν όμορφα αρώματα. Στολίζονταν επίσης με μενταγιόν, κολλιέ και σκουλαρίκια πού έφεραν πολύτιμα κοσμήματα όπως μαργαριτάρια και διαμάντια και φορούσαν πάντοτε εποχιακούς χιτώνες. Το καλοκαίρι γιά παράδειγμα, φορούσαν μεταξωτά ανοιχτόχρωμα φορέματα πού ήσαν στενά επιδεικνύοντας τη σιλουέτα του σώματος τους. Τα ενδύματα από γούνα είχαν ανοιχτά ντεκολτέ για να δημιουργούν μιά γοητευτική εμφάνιση. Έφεραν κουμπιά μπροστά και σχετικά μιά στενά δεμένη ζώνη πάχους δύο ιντσών στολισμένη με τα πιό πολύτιμα κοσμήματα. Οι ζώνες είχαν πόρπες στολισμένες με διαμάντια. Ένα σάλι από κασμίρι κάλυπτε τους ώμους τους. Τους χειμώνες φόραγαν ως επί το πλέιστον γούνινα παλτά. Οι γυναίκες σκλάβες βλέπονταν καλύτερα μετά την εντολή του Προφήτη των Μωαμεθανών, Μωάμεθ να «χορηγείτε στις σκλάβες οτιδήποτε εσείς τρώτε και φοράτε και ποτέ να μην τις μεταχειριστήτε άσχημα». Το καλύτερο επίτευγμα στο Ισλάμ ήταν να χορηγήσει στους σκλάβους την ελευθερία τους. Ο Προφήτης Μωάμεθ είπε: «Όποιος δίνει την ελευθερία σε μουσουλμάνο σκλάβο δεν θα πάει στη κόλαση». Γι αυτό το λόγο όλοι οι οθωμανοί σουλτάνοι εφάρμοσαν αυτόν τον κανονικό νόμο και έδωσαν στις μη επιλεγμένες γυναίκες σκλάβες σπίτια, ετοίμασαν τη προίκα τους και τις άφησαν να φύγουν από το χαρέμι.
Οι νεαρές γυναίκες σκλάβες πού έφθαναν στο Χαρέμι λάμβαναν διαφορετικά ονόματα. Κάποια περσικά ονόματα όπως Γκουλνάζ, Νεσεντίλ, Χοσνέβα, κλπ. θα δίδονταν σε αυτές ανάλογα με τη συμπεριφορά, όψη, ομορφιά και χαρακτήρα τους. Για να θυμούνται τα ονόματά τους κρεμούσαν στο λαιμό τους πλακέττες πού ανέγραφαν το όνομά τους. Οι Βοηθοί-Αφεντικά εκπαίδευαν τις νεοαφιχθείσες πάνω στη Συμπεριφορά, Θρησκεία, Κοινωνικότητα, Σεβασμό, Ηθική, και Μουσική εφ’όσον θα είχαν τις ικανότητες. Εκείνες πού είχαν καλές φωνές κατατάσσονταν σε Μουσικές τάξεις.


Χρήματα και δώρα δίδονταν σ’αυτές στους γάμους, στα πανηγύρια, στα γενέθλια. Παρόλο πού φροντίζονταν καλά στο Χαρέμι, ο Σουλτάνος δεν έδειχνε καθόλου ανεκτικότητα σε εκείνες πού είχαν διαπράξει φόνο και εξορίζονταν στη Προύσα και στη νήσο Χίο. Σήμερα σώζεται ένα έγγραφο του 1714 πού τεκμηριώνει ότι ο Μουσταφά ο Γ’ εξόρισε δύο γυναίκες σκλάβες στη Προύσα και στη Χίο. Εκτός από τις δέκα με είκοσι γυναίκες σκλάβες πού ήσαν στην υπηρεσία του σουλτάνου άμεσα, οι άλλες λάμβαναν διάφορες θέσεις στο Χαρέμι. Οι ανέμπειρες γυναίκες σκλάβες υποβάλλονταν σε μιά εκπαιδευτική περίοδο αρχικά, έως την άφιξη των νέων, οπότε οι υπάρχουσες έμπειρες σκλάβες προβιβάζονταν στο βαθμό του βοηθού-αφεντικού και εργάζονταν ως Καντμεφέντισσες, Βαλιντέ Σουλτάν, Πριγκήπισσα και Γκοζντέ θαλάμων. Ταξινομούντο ως η μεγάλη, η κανονική, και κατώτερη βοηθός αφεντικό κι εργάζονταν υπό τις διαταγές της επικεφαλής βοηθού αφεντικού σ’αυτούς τους θαλάμους. Δέκα με δεκαπέντε βοηθοί υπό τις διαταγές της πιό έμπειρης βοηθού αφεντικού τίθονταν σε νυκτερινό καθήκον για την ασφάλεια του Χαρεμιού. Οι βοηθοί αφεντικά της Χουνκάρ (σουλτάνας) κατείχαν τη σημαντικότερη θέση στο Χαρέμι υπηρετώντας τον Σουλτάνο με όλους τους τρόπους από την ώρα της ανάπαυσής του στο κρεβάτι έως την ετοιμασία των γευμάτων του. Εκείνες πού συνήθιζαν να επιτελούν την ιδιωτική και ιδιαίτερη εργασία του Σουλτάνου ονομάζονταν Χαζινεντάρ (Ταμίας) και το άτομο πού τις διαχειριζόταν ήταν η ταμίας αφεντικό.
Μετέφερε μιά ασημένια ράβδο για να εκφράσει το μεγαλείο της θέσης της και κρατούσε τη σφραγίδα του Σουλτάνου για να σφραγίζει τα υπάρχοντά του στο δωμάτιο. Η Κετχουντά Καντίν είχε υπηρέτριες να την βοηθούν σε όλα όσα έκανε. Η Κασνιγκίρ Ουστά (γευσιγνώστρια) δοκίμαζε όλα τα γεύματα στο Χαρέμι. Μαζί με τις γυναίκες σκλάβες υπό τον έλεγχό της έπρεπε να δοκιμάσουν όλο το φαγητό πού ο Σουλτάνος θα έτρωγε για να διαπιστώσουν εάν κάτι ήταν δηλητηριασμένο. Η Καματζίρ Ουστά (η γυναίκα πλύσεως των ρούχων) ήταν υπέυθυνη για το πλυντήριο. Μαζί με τις γυναίκες σκλάβες υπό τον έλεγχό της προσπαθούσαν πάντοτε να πράξουν το καλύτερο. Η Τριμπκτάρ Ουστά (αρχιϋπηρέτρια πού κρατούσε τη κανάτα) βοηθούσε τον Σουλτάνο να πλυθεί χύνοντας νερό στα χέρια του. Η επιτετραμένη του καφέ ήταν η Καφετζή Λιστά και η κελλάρισσα επιτετραμένη των κρασιών ήταν η Κιλερτζή Ουστά. Η Κουτουτζού Ουστά έπλενε τον Σουλτάνο, οι Καντμεφέντισσες και οι Ικμπάλ στο Χαμάμ (τουρκικό λουτρό). Η Κτιλχαντζή Ουστά ήταν υπεύθυνη για τη θέρμανση των Χαμάμ. Έκαιγαν ξύλα για να θερμάνουν τους θαλάμους του Χαμάμ. Πέντε συνολικά Κατιμπέ Ουστά ήσαν επικεφαλής της πειθαρχίας, κανονισμού και των υποθέσεων του πρωτοκόλλου. Οι Ουστά (αφεντικά) πού εξέταζαν τις άρρωστες γυναίκες σκλάβες ονομάζονταν Χασταλάρ Ουστασί (τα αφεντικά των ασθενών), η μαία και οι νοσοκόμες εργάζονταν υπό τον έλεγχο της Κετχουντά Χαρούμ.


